Φοβίες

Φοβία είναι κάθε έντονος, επίμονος και επαναλαμβανόμενος φόβος που είναι παράλογος ή υπερβολικός, δηλαδή φόβος απέναντι σε ένα οποιοδήποτε ερέθισμα που απουσιάζει εντελώς στους περισσότερους ανθρώπους ή ο οποίος έχει πολύ μεγαλύτερη επαναληπτικότητα, ένταση και διάρκεια απ’ αυτή που έχει στην συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων (π.χ. 90%). Η φοβία οδηγεί κατά κανόνα με ελάχιστες εξαιρέσεις σε συμπεριφορές που ως σκοπό έχουν να αποφύγουν ή να αποτρέψουν την επαφή με το ερέθισμα.

Στα συστήματα οργάνωσης των ψυχιατρικών διαγνώσεων, οι φοβίες διακρίνονται μεταξύ τους λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους στην αγοραφοβία, την κοινωνική φοβία και τις ειδικές φοβίες.

Ποια είναι η εικόνα της διαταραχής

Αρχικά ο όρος σήμαινε παλαιότερα μόνο τον φόβο ανοικτών χώρων με πολύ κόσμο (από την ελληνική λέξη «αγορά») και σε μερικές χώρες χρησιμοποιείται ακόμα μ’ αυτήν την έννοια.

Στα δύο βασικότερα συστήματα ταξινόμησης των ψυχικών διαταραχών (DSM και ICD) o όρος αγοραφοβία έχει από δεκαετίες επεκταθεί και συμπεριλαμβάνει τον φόβο κάθε κατάστασης ή μέρους απ’ όπου, (όπως συμβαίνει και με την αγορά), η διαφυγή θα είναι δύσκολη ή όπου θα προκληθεί αμηχανία ή ντροπή στο άτομο σε περίπτωση που πάθει κρίση πανικού ή συμπτώματα που μοιάζουν με κρίση πανικού.

Η αμηχανία και η ντροπή από την κρίση πανικού σχετίζονται συνήθως με την πιθανότητα το άτομο να λιποθυμήσει μπροστά στον κόσμο ή την αδυναμία του να κρύψει τον πανικό του και οι άλλοι να θεωρήσουν πως έχει μία σοβαρή ψυχική διαταραχή (ότι έχει τρελαθεί).

Τέτοιες καταστάσεις ή μέρη μπορεί να είναι τα ταξίδια ή οι μετακινήσεις με αυτοκίνητο, λεωφορείο, μετρό, πλοίο, τραίνο, το να στέκεται σε μία ουρά, το να βρίσκεται ανάμεσα σε πλήθος όπως π.χ. σ’ ένα γήπεδο ή σε μια διαδήλωση, οι αίθουσες κινηματογράφου ή θεάτρου κ.ά. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν, επειδή το αντικείμενο του φόβου είναι ουσιαστικά το ίδιο, μιλάμε συλλήβδην για «αγοραφοβία» και όχι για π.χ. “ταξιδοφοβία” , “μετροφοβία”, “πληθοφοβία”, “κινηματογραφοβία” κ.λπ..

Ωστόσο είναι πιθανό κάποιο από τα παραπάνω ερεθίσματα να προκαλεί φοβία σ’ ένα άτομο για άλλο λόγο ή και για άλλο λόγο εκτός του ότι μπορεί να πάθει κρίση πανικού οπότε θα του είναι δύσκολο να διαφύγει. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε για την εκάστοτε ειδική φοβία, με πιο χαρακτηριστική και συνηθισμένη περίπτωση τον φόβο πτήσης με αεροπλάνο όπου το βασικό αντικείμενο του φόβου είναι μήπως πέσει το αεροπλάνο.

Η αγοραφοβία όπως και κάθε φοβία, μπορεί να είναι από ήπιου βαθμού μέχρι σοβαρού, τόσο πολύ που να μην επιτρέπει στο άτομο να βγει από το σπίτι του. Συνήθως τα άτομα με αγοραφοβία μπορούν να εκτεθούν σε καταστάσεις ή μέρη που τους προκαλούν την φοβία, όταν συνοδεύονται από κάποιο οικείο πρόσωπο που τους γεννά εμπιστοσύνη και ασφάλεια.

Επειδή η αγοραφοβία όπως είδαμε συνδέεται στενά με τις κρίσεις πανικού και άρα και με την διαταραχή πανικού, διαβάστε αν σας ενδιαφέρει το σχετικό άρθρο όπου θα βρείτε πληροφορίες για την επιδημιολογία, την αιτιολογία και την αντιμετώπιση της διαταραχής.

Κοινωνική φοβία (παλαιότεροι όροι: ανθρωποφοβία, κοινωνική νεύρωση).

Ποια είναι η εικόνα της διαταραχής

Επιδημιολογικά στοιχεία.

Αιτιολογία

Θεραπεία – Αντιμετώπιση

———————————————————————————————————–

Ποια είναι η εικόνα της διαταραχής

Το άτομο με κοινωνική φοβία φοβάται την αλληλεπίδρασή του με άλλους ανθρώπους όπως σε παρέες, πάρτι, ομιλίες μπροστά σε κοινό, σε δυαδικές αλληλεπιδράσεις και ειδικά με το άλλο φύλο, στο να μιλήσει στο τηλέφωνο, να μπει και να ψωνίσει από ένα κατάστημα, να φάει δημοσίως, να χρησιμοποιήσει δημόσιες τουαλέτες κ.ά.. Γενικά αισθάνεται άνετα μόνο με πολύ οικεία πρόσωπα, συγγενικά ή φιλικά.  Ο φόβος του εστιάζεται στο ότι οι άλλοι θα τον κρίνουν αρνητικά από τον τρόπο που θα φερθεί.

Τυπικά παραδείγματα αυτών που φοβάται ότι θα πάνε στραβά, είναι αυτά που συνιστούν συμπτώματα του ίδιου του άγχους του: θα τρέμουν τα χέρια του, θα τρεμουλιάζει η φωνή του, θα χάσει τα λόγια του, θα πει κάποια ανοησία, θα κοκκινίσει, θα τον πιάσει έπειξη για ούρηση στην οποία θα είναι αδύνατο να αντισταθεί, θα νοιώσει ναυτία, θα κάνει εμετό κ.ά.. Ο φόβος του μπορεί να πάρει τις διαστάσεις κρίσης πανικού.

Το άτομο έχει την τάση να αποφεύγει τις καταστάσεις που του προκαλούν φόβο ή τις υπομένει με πολύ άγχος μένοντας όσο μπορεί αφανής στο περιθώριο και σε σοβαρές περιπτώσεις απομονώνεται στο σπίτι του. Μπορεί επίσης να καταφεύγει συχνά στη χρήση ουσιών, συνήθως αλκοόλ και σπανιότερα ινδικής κάνναβης (χασίς) προκειμένου να χαλαρώσει και να μπορέσει να μιλήσει άνετα με άλλους.

Μερικές φορές το άτομο δεν έχει επίγνωση πως αυτά που φοβάται ότι θα του συμβούν (ότι θα κοκκινίσει, θα νοιώσει ναυτία, θα χάσει τα λόγια του κ.λπ.) είναι συμπτώματα αυτής καθ’ αυτής της φοβίας του· θεωρεί αντίθετα ότι ένα από τα συμπτώματά του έχει κάποια άλλη, ανεξάρτητη αιτία κι ότι απ’ αυτά ξεκινάει το πρόβλημά του.

Τα άτομα με κοινωνική φοβία γενικά επηρεάζονται πολύ εύκολα από την κριτική των άλλων, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι ντροπαλά, αποφεύγουν την βλεμματική επαφή, δυσκολεύονται πολύ να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και τις επιθυμίες τους από τους άλλους και είναι εσωστρεφή. Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις η κοινωνική φοβία μπορεί να οδηγήσει το άτομο σε πλήρη κοινωνική απομόνωση.

Επιδημιολογικά στοιχεία

Στο σύνολο του πληθυσμού, το 5% των ανθρώπων εμφανίζει κοινωνική φοβία στη διάρκεια της ζωής τους. Σε αντίθεση με τις άλλες φοβίες που είναι πολύ πιο συχνές στις γυναίκες, η κοινωνική φοβία είναι από καθόλου έως ελαφρά πιο συχνή στο θήλυ φύλο. Η συνήθης ηλικία έναρξης είναι γύρω στα 15. Το μεγαλύτερο ποσοστό των πασχόντων (έως και 80%) δεν λαμβάνει θεραπεία. Συνδέεται συχνά με άλλες ψυχικές διαταραχές όπως καταθλιπτική διαταραχή και γενικευμένη αγχώδη διαταραχή.

Αιτιολογία

Υπάρχει η θεωρία ότι γενετικοί βιολογικοί παράγοντες συμβάλλουν στην εμφάνιση της κοινωνικής φοβίας. Υπέρ αυτής της θεωρίας είναι το γεγονός ότι άτομα με το ίδιο γενετικό υλικό (όπως δίδυμοι αδελφοί από το ίδιο ωάριο) με άτομα που πάσχουν από κοινωνική φοβία, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αναπτύξουν κοινωνική φοβία από άτομα που έχουν διαφορετικό γενετικό υλικό (όπως δίδυμοι αδελφοί από διαφορετικά ωάρια).

Εκείνος όμως που είναι σταθερός παράγων σε όλα τα άτομα με κοινωνική φοβία είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση, δηλαδή αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του τύπου «δεν αξίζω να πάρω αποδοχή, αγάπη, σεβασμό», «είμαι ανεπαρκής», «είμαι κατώτερος», «είμαι ασήμαντος» κ.λπ..

Αυτές οι πεποιθήσεις εδραιώνονται στην παιδική ηλικία εξ’ αιτίας εμπειριών όπου το παιδί δεν παίρνει αρκετή αγάπη και αποδοχή ή τα παίρνει με λάθος τρόπο ή σε λάθος ψυχολογικό περιβάλλον (αγάπη υπό στενούς όρους, από γονείς που έχουν υψηλές προσδοκίες από κείνο, αγάπη όχι γι αυτό που είναι, αλλά γι αυτά που κάνει ή για την εμφάνισή του, αγάπη με υπερβολικό έλεγχο και υπερπροστασία, αγάπη μέσα σε κλίμα ψυχρό ή και εχθρικό μεταξύ των γονέων που του γεννά ανασφάλεια κ.λπ.).

Το άτομο που έχει τέτοιες πεποιθήσεις για τον εαυτό του φοβάται πολύ τις κοινωνικές επαφές, ακριβώς γιατί μία πιθανή αρνητική κριτική από τους άλλους, πυροδοτεί μέσα του τις αρνητικές πεποιθήσεις που έχει για τον εαυτό του. Ο φόβος του λοιπόν εκ πρώτης όψεως στρέφεται απέναντι σ’ αυτές καθ’ αυτές τις κοινωνικές επαφές. Ωστόσο με πιο προσεκτική εξέταση βλέπουμε ότι στρέφεται απέναντι στην κριτική των άλλων και μάλιστα απέναντι στην πιθανότητα απόρριψης εκ μέρους τους.

Κι αν θέλουμε να πάμε την ανάλυσή μας ακόμα πιο μακριά, ο φόβος του αναπτύσσεται απέναντι στον έντονο και βαθύ πόνο που θα του γεννήσει η πιθανή απόρριψη των άλλων μέσω της ενεργοποίησης των αρνητικών πεποιθήσεων που έχει για τον εαυτό του.

Ας τονίσουμε ότι η θεωρία σύμφωνα με την οποία η αιτία της κοινωνικής φοβίας είναι οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό, δεν έρχεται κατ’ ανάγκη σε διάσταση με τη γενετική θεωρία. Διότι αυτές οι πεποιθήσεις ναι μεν ενεργοποιούνται και  εδραιώνονται κατά την παιδική ηλικία εξ’ αιτίας των εμπειριών του ατόμου, όμως στην πραγματικότητα υπάρχουν ούτως ή άλλως εν υπνώσει, ήδη εγγεγραμμένες στο DNA του μωρού υπό τη μορφή εκ γενετής συνειρμών «εγώ – ανάξιος», «εγώ – ασήμαντος» ενισχυόμενες άλλους εκ γενετής συνειρμούς όπως «μη οικείοι – επικίνδυνοι». Όλες αυτές οι εκ γενετής συνδέσεις έχουν διαμορφωθεί από εμπειρίες των προγόνων του ατόμου ανά τους αιώνες κατά την αλληλουχία χιλιάδων γενεών.

Επίσης, οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό συνιστούν πρόβλημα από ένα επίπεδο αυτοεπίγνωσης του ατόμου και πάνω και αυτό επηρεάζεται επίσης από γενετικούς παράγοντες. (Το επίπεδο αυτοεπίγνωσης είναι ο βαθμός επίγνωσης της ίδιας του της ύπαρξής που έχει ένα άτομο, και όσο πιο υψηλό είναι, τόσο πιο βαθιά και επώδυνη είναι και η αυτοαμφισβήτηση την οποία συνιστούν οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό. Το πού θα φτάσει η αυτοεπίγνωση ενός ανθρώπου εξαρτάται από το πόσο προηγμένο είναι το εξελικτικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται και καθορίζεται γενετικά όπως το ανάστημα· δηλαδή το DNA προκαθορίζει μία ελάχιστη και μία μέγιστη τιμή και η τελική τιμή προκύπτει από την αλληλεπίδραση γενετικών παραγόντων και περιβαλλοντικών συνθηκών).

 Θεραπεία

Ψυχοθεραπευτική

Υπάρχει πληθώρα ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων. Εδώ θα αναφερθούμε  σε αυτές που βασίζονται στο γνωσιακό και το συμπεριφοριστικό μοντέλο.

Το γνωσιακό μοντέλο βασίζεται στην ανεύρεση και την διάλυση πεποιθήσεων, σκέψεων δηλαδή που πιστεύει το άτομο και οι οποίες του προκαλούν τον υπερβολικό φόβο.

Η πιο ριζική ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση βασίζεται στην αποκάλυψη και ακύρωση αρνητικών πεποιθήσεων για τον εαυτό.

Αμέσως μετά από πλευράς ριζικότητας της θεραπείας είναι η αποκάλυψη και διερεύνηση αν είναι αλήθεια άλλων περιφερειακών πεποιθήσεων που υποδαυλίζουν την φοβία, όπως πεποιθήσεις ότι οι άλλοι θα σκεφτούν κάτι αρνητικό για τον ίδιο ή πεποιθήσεις ότι σκέφτηκαν ήδη κάτι αρνητικό με βάση αυθαίρετες ερμηνείες που κάνει  ο ίδιος σχετικά με τα λόγια, τις εκφράσεις ή τις κινήσεις των άλλων.

Το συμπεριφοριστικό μοντέλο βασίζεται στην  σταδιακή έκθεση του ατόμου στις καταστάσεις που φοβάται, μέχρι που τελικά να υποχωρήσει ο φόβος.

Πιο συγκεκριμένα, ο άνθρωπος που υποφέρει από κοινωνική φοβία χρειάζεται να φτιάξει μία λίστα από τις καταστάσεις που τον φοβίζουν και μετά να τις ιεραρχήσει ξεκινώντας από την λιγότερο αγχωτική μέχρι αυτήν που τον φοβίζει περισσότερο απ’ όλες. Κατόπιν καλείται να εκτεθεί αρχικά στην κατάσταση που τον φοβίζει λιγότερο απ’ όλες, μετά στην αμέσως περισσότερο κ.ο.κ.. Αν ακόμα και τη λιγότερο φοβιστική κατάσταση του φαίνεται αδύνατο να την αντιμετωπίσει, θα πρέπει να επινοήσει μία που να τον στρεσάρει ακόμα λιγότερο. (Τα παραπάνω συνήθως γίνονται με την βοήθεια του ψυχοθεραπευτή).

Το άτομο διδάσκεται τεχνικές χαλάρωσης όπως η προοδευτική μυϊκή χαλάρωση [1] για να ελέγχει το άγχος του κατά τη διάρκεια των ασκήσεων έκθεσής του σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

[1] Μέθοδος ψυχικής χαλάρωσης που βασίζεται στην σταδιακή χαλάρωση των μυών κατά ομάδες, με τη σειρά, πρώτα των μυών του προσώπου, στη συνέχεια των μπράτσων και των πήχεων, μετά της κοιλιάς,  ακολούθως των μηρών, των κνημών και των πελμάτων. Προκειμένου το άτομο να συνειδητοποιήσει τους μύες του και να τους χαλαρώσει, πρώτα τους σφίγγει και μετά σιγά-σιγά τους χαλαρώνει.

Αυτή η προσέγγιση είναι η λιγότερο ριζική, αλλά είναι συχνά ικανοποιητική από πλευράς αποτελέσματος. Τα νεαρά άτομα, όταν η ψυχική διαταραχή δεν έχει υπάρξει πολλά χρόνια στη ζωή του πάσχοντος ωφελούνται πιο συχνά. Επίσης η συμπεριφοριστική θεραπεία δίνει πολύ καλά αποτελέσματα όταν συνδυάζεται με την τεχνική διερεύνησης των πεποιθήσεων για τον εαυτό ή τους άλλους (γνωσιακή- συμπεριφορική θεραπεία· στην αγγλική γλώσσα κυριαρχεί η συντομογραφία CBT, από τα αρχικά των λέξεων Cognitive Behavioral Therapy).

Φαρμακευτική αντιμετώπιση της κοινωνικής φοβίας

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της κοινωνικής φοβίας είναι τριών κατηγοριών:

Αντικαταθλιπτικά

Συνήθως χρησιμοποιούνται οι εξής κατηγορίες:

• Εκλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης (Selective Serotonin Reuptake Inhibitors – SSRIs) και

• Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νοραδρεναλίνης (Serotonin Norepinephrine Reuptake Inhibitors – SNRIs).

[Στο εξωτερικό, κυρίως στις ΗΠΑ χρησιμοποιείται και η κατηγορία των μη αναστρέψιμων αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (Monoamine Oxidase Inhibitors – irreversible MAOIs) που όμως δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί μόνο ο αναστρέψιμος αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης (reversible ΜΑΟΙ) μοκλοβεμίδη (Aurorix) που έχει όμως πολύ μικρότερη αποτελεσματικότητα στην κοινωνική φοβία απ’ ό,τι οι μη αναστρέψιμοι αναστολείς].

Από την πρώτη κατηγορία (SSRIs) αποδεδειγμένη μέσα από επιστημονικές μελέτες αποτελεσματικότητα έχουν η παροξετίνη (πρωτότυπο σκεύασμα Seroxat) και η σερτραλίνη (Zoloft) και από την δεύτερη κατηγορία (SNRIs) η φλουβοξαμίνη (Efexor). Η πιθανότητα να βελτιώσουν την συμπτωματολογία τουλάχιστον κατά 50% κυμαίνεται από το 15% έως το 45% των περιπτώσεων της κοινωνικής φοβίας.

[Από την κατηγορία των μη αναστρέψιμων αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης, οι αποτελεσματικότερες ουσίες είναι η τρανιλκυπρομίνη και η φενελζίνη (περισσότερο η πρώτη) με την πιθανότητα βελτίωσης των συμπτωμάτων τουλάχιστον κατά 50% να κυμαίνεται ανάμεσα στο 60% και το 85% των ατόμων που λαμβάνουν την αγωγή. Όπως αναφέραμε πιο πάνω δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα και τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης].

Τα αντικαταθλιπτικά δεν αντιμετωπίζουν την βαθύτερη αιτία του προβλήματος, τουλάχιστον όχι άμεσα, γι αυτό και μετά τη διακοπή τους το ποσοστό υποτροπής της διαταραχής είναι πολύ υψηλό.

Ωστόσο είναι αλήθεια ότι υπό το καθεστώς της παρατεταμένης χρήση τους (για πάνω από ένα χρόνο) μπορεί το άτομο να έχει την ευκαιρία να βιώσει ευχάριστες εμπειρίες και καλά αποτελέσματα στη ζωή του από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, να υιοθετήσει ένα πιο θετικό τρόπο σκέψης και άρα να αναπτύξει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, με αποτέλεσμα το θετικό αποτέλεσμα των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων να διατηρηθεί και μετά την διακοπή τους.

Επίσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν παράλληλα με ψυχοθεραπεία, έτσι ώστε να συνδυαστούν τα βασικά πλεονεκτήματα της κάθε αντιμετώπισης, δηλαδή η ταχύτητα και ευκολία στο αποτέλεσμα των ψυχοφαρμάκων με την ριζικότητα στη θεραπεία της ψυχοθεραπείας. Αφού το άτομο προοδεύσει στην ψυχοθεραπεία, μπορεί να κόψει τα φάρμακα με πολύ χαμηλά ποσοστά υποτροπής.

Β- αναστολείς. Πρόκειται για φάρμακα όπως η προπρανολόλη (Inderal) που μπλοκάρουν τους β υποδοχείς της αδρεναλίνης οι οποίοι βρίσκονται στα λεία μυϊκά κύτταρα της καρδιάς, των αγγείων, των βρόγχων και άλλα οργάνων. Η κύρια χρήση τους είναι ο έλεγχος της υπέρτασης και των αρρυθμιών στην καρδιολογία.

Λαμβάνοντας ο πάσχων από κοινωνική φοβία β-αναστολείς, μπορεί να ελέγξει τις σωματικές εκδηλώσεις του άγχους του, όπως την ταχυκαρδία και το τρέμουλο των χεριών. Η ταχυκαρδία εμποδίζεται διότι η νοραδρεναλίνη, μία από τις ουσίες που εκλύεται κατά την κρίση του άγχους δεν μπορεί να συνδεθεί πλήρως με τους υποδοχείς της στον καρδιακό μυ και να τον διεγείρει. Ο μυϊκός τρόμος δεν έχει διασαφηνιστεί επαρκώς πώς επηρεάζεται από τους β-αναστολείς.

Βενζοδιαζεπίνες. (Υπάρχουν πολλές, όμως στην κοινωνική φοβία χρησιμοποιούνται συνήθως η λοραζεπάμη (Tavor) και η κλοναζεπάμη (Clonotril)]. Έχουν το πλεονέκτημα να ελέγχουν το άγχος λίγη ώρα μετά τη λήψη τους οπότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν και κατά περίσταση, δηλαδή να ληφθούν περίπου μία ώρα πριν το άτομο να εκτεθεί στην κοινωνική αλληλεπίδραση που του προκαλεί στρες. Αυτός ο τρόπος λήψης πρακτικά μπορεί να βοηθήσει σε σχετικά ήπιες μορφές κοινωνικής φοβίας που εμφανίζεται μόνο σε ειδικές καταστάσεις όπως σε πάρτι, μεγάλες συγκεντρώσεις, ομιλίες μπροστά σε κοινό, την ερωτική προσέγγιση ενός ατόμου κ.λπ..

Με την χρήση κατά περίσταση ελαττώνονται σημαντικά οι πιθανότητες για τα κυριότερα μειονεκτήματα των βενζοδιαζεπινών, δηλαδή τον ψυχολογικό εθισμό και την ανάπτυξη αντοχής στο φάρμακο που οδηγεί στην ανάγκη για ολοένα αυξανόμενη δόση για το ίδιο ευεργετικό αποτέλεσμα. Ωστόσο ούτως ή άλλως αυτά τα ελαττώματα των βενζοδιαζεπινών είναι μάλλον υπερεκτιμημένα, καθώς ο ψυχολογικός εθισμός που προκαλούν δεν είναι ισχυρός και αντιμετωπίζεται μάλλον εύκολα και η αντοχή που αναπτύσσουν δεν αυξάνεται επ’ αόριστον, αλλά μετά από ένα χρονικό διάστημα μερικών μηνών σταθεροποιείται.

Για την χρήση κατά περίσταση των βενζοδιαζεπινών στην κοινωνική φοβία προτιμάται η λοραζεπάμη (Tavor) που αποβάλλεται γρήγορα από τον οργανισμό. Επίσης, ειδικά αν το άτομο εμφανίζει κρίσεις πανικού με αφορμή την έκθεση σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, καλή επιλογή είναι και η αλπραζολάμη (Xanax) που κι αυτή αποβάλλεται γρήγορα από τον οργανισμό.

Για την τακτική χρήση των βενζοδιαζεπινών στην κοινωνική φοβία προτιμάται η κλοναζεπάμη (πρωτότυπο Rivotril, στην Ελλάδα όμως για λήψη από το στόμα κυκλοφορεί πλέον μόνο ως Clonotril) που αργεί να αποβληθεί από τον οργανισμό και μπορεί να λαμβάνεται μόνο μία φορά την ημέρα. Για τον ίδιο λόγο προκαλεί και την πιο μικρή ψυχολογική εξάρτηση και είναι πιο εύκολη η σταδιακή διακοπή της.

Ας σημειώσουμε ότι για τις βενζοδιαζεπίνες δεν ισχύει αυτό που ισχύει για τα αντικαταθλιπτικά, δηλαδή είναι μάλλον απίθανο μετά την διακοπή τους να μην επανεμφανιστεί το πρόβλημα. Αυτό πιθανόν να σχετίζεται με το γεγονός ότι τα αντικαταθλιπτικά κρατούν το επίπεδο της συνειδητότητας, της επίγνωσης δηλαδή που έχει κάποιος του εαυτού του, των κινήτρων του, των συναισθημάτων του κ.λπ., υψηλό ενώ οι βενζοδιαζεπίνες το χαμηλώνουν. Αυτό το γεγονός επιτρέπει σε κάποια τουλάχιστον από τα άτομα που λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά να μαθαίνουν από τις νέες τους εμπειρίες όπως είπαμε πιο πάνω με αποτέλεσμα να αποκτούν καινούργιες πεποιθήσεις για τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Ειδικές φοβίες
Όλες οι φοβίες εκτός της αγοραφοβίας και της κοινωνικής φοβίας που είδαμε πιο πάνω κατατάσσονται στις ειδικές φοβίες. Σε αντίθεση με τις δύο πρώτες, οι ειδικές φοβίες περιορίζονται σε πολύ συγκεκριμένα ερεθίσματα και πολύ πιο σπάνια συνοδεύονται και από άλλες ψυχικές διαταραχές όπως γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, καταθλιπτική διαταραχή κ.ά..

Τύποι φοβιών

Ποια είναι η εικόνα της διαταραχής

Επιδημιολογικά στοιχεία

Αιτιολογία

Θεραπεία – Αντιμετώπιση

—————————————————————————————————

Διακρίνονται οι εξής τύποι φοβιών:

• Τύπος ζώων [πιο συχνές οι φοβίες απέναντι σε αράχνες, κατσαρίδες, φίδια, ποντίκια, σκύλους]

• Τύπος φυσικού περιβάλλοντος [πιο συχνές οι φοβίες του ύψους (υψοφοβία), των κεραυνών, του νερού (υδροφοβία) και του σκότους]

• Τύπος καταστάσεων (πιο συχνές οι φοβίες της πτήσης με αεροπλάνο (πετοφοβία), του ανελκυστήρα, των κλειστών χώρων (κλειστοφοβία)]

• Τύπος σωματικής βλάβης (το άτομο αντιδρά με φόβο που εκδηλώνεται ως χλόμιασμα, ναυτία, εμετό ή και λιποθυμία όταν βρίσκεται στη θέα αίματος, όταν βλέπει ή πρόκειται να του κάνουν ένεση και όταν τραυματιστεί το ίδιο ή κάποιος άλλος μπροστά του. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα υγείας στο άτομο καθώς αποφεύγει συστηματικά κάθε οδοντιατρική φροντίδα και κάθε ιατρική πράξη που περιλαμβάνει λύση του δέρματος ή των βλεννογόνων, όπως ενέσεις φαρμάκων, βιοψίες, διαγνωστικές μεθόδους που απαιτούν έγχυση ουσιών στο αίμα κ.λπ.).

• Άλλος τύπος (πιο συχνές οι φοβίες απέναντι σε καταστάσεις που μπορούν να οδηγήσουν το άτομο σε ασφυξία όπως το να καταπιεί στραβά και απέναντι στην πιθανότητα να κολλήσει κάποια αρρώστια. Κατά καιρούς σ’ αυτήν την διαγνωστική κατηγορία προστίθενται από την κοινότητα των ψυχιάτρων και των ψυχολόγων νέες φοβίες. Ένα παράδειγμα φοβίας που προστέθηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 είναι η χωρο – φοβία που είναι φόβος να περπατήσει ένα άτομο κανονικά, μέσα στον ελεύθερο χώρο οπότε επιδιώκει να έχει στήριγμα ή να είναι κοντά σε τοίχο. Άλλο παράδειγμα φοβίας που προστέθηκε το 2006 είναι η νομοφοβία, υπερβολικός φόβος του ατόμου να στερηθεί από τις λειτουργίες του κινητού του εξ’ αιτίας βλάβης, απώλειας ή απουσίας σήματος, από τον αγγλικό όρο no mobile phobia).

Ποια είναι η εικόνα των ειδικών φοβιών

Το άτομο με ειδική φοβία φοβάται ή νοιώθει άγχος σε υπερβολικό βαθμό ή χωρίς προφανή αιτία όταν βρίσκεται ή όταν αναμένει ότι θα βρεθεί απέναντι σε κάποια κατάσταση ή αντικείμενο. Κατά κανόνα αποφεύγει όσο μπορεί την κατάσταση ή το αντικείμενο που του προκαλεί φόβο ή αν είναι ανάγκη την υπομένει με άγχος ή φόβο.

Η ειδική φοβία είναι μία ψυχική διαταραχή της οποίας η σοβαρότητα εξαρτάται πολύ όχι μόνο από την ένταση αυτού καθ’ αυτού του συμπτώματος, από το πόσο δηλαδή πολύ φοβάται το άτομο κάτι, αλλά και από το πόσο συχνά συναντάει αυτό που φοβάται στο πλαίσιο της καθημερινής του ζωής.

Δηλαδή για παράδειγμα, αν φοβάται πολύ τις κατσαρίδες, η σοβαρότητα της φοβίας του θα εξαρτηθεί από το πόσο συχνά εμφανίζονται κατσαρίδες στο περιβάλλον όπου ζει (αν ζει π.χ. σε αστικό ή αγροτικό περιβάλλον)· αν φοβάται να πετάξει με το αεροπλάνο, η σοβαρότητα της φοβίας του θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον του αρέσουν τα μακρινά ταξίδια, από το αν η δουλειά του απαιτεί συχνές μετακινήσεις με αεροπλάνο κ.λπ.· αν φοβάται τους ανελκυστήρες η σοβαρότητα της φοβίας του θα εξαρτηθεί από το πόσο συχνά καλείται να κάνει χρήση ανελκυστήρα, δηλαδή αν ζει σε πόλη με χαμηλά ή ψηλά κτίρια, αν το γραφείο όπου δουλεύει βρίσκεται σε ψηλό όροφο μιας πολυκατοικίας ή ενός ουρανοξύστη κ.ο.κ..

Ας σημειωθεί ότι για να πούμε ότι μία φοβία αποτελεί ψυχική διαταραχή, θα πρέπει να προκαλεί σοβαρού βαθμού πρόβλημα στη ζωή του ατόμου ή υποκειμενική ενόχληση, αλλιώς δεν θεωρείται ψυχική διαταραχή που χρήζει αντιμετώπισης.

Δεν αρκεί δηλαδή να φοβάται υπερβολικά ή παράλογα κάτι, θα πρέπει επίσης η φοβία του να παρεμποδίζει σημαντικά την καθημερινή φυσιολογική του ρουτίνα ή να παρακωλύει σε ενοχλητικό βαθμό την λειτουργικότητά του σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής του όπως της εργασίας, των κοινωνικών επαφών, της δημιουργίας, της ψυχαγωγίας, των ερωτικών σχέσεων κ.λπ..

Επιδημιολογικά στοιχεία Οι ειδικές φοβίες είναι πιο συχνές στις γυναίκες απ’ ότι στους άντρες. Η διαφορά μεταξύ τους εξαρτάται από το είδος της φοβίας· π.χ. η ζωοφοβία είναι έως και 4 φορές συχνότερη στις γυναίκες, η φοβία καταστάσεων 2 φορές συχνότερη και η φοβία σωματικής βλάβης είναι λίγο μόνο συχνότερη. Κατά μέσο όρο οι  γυναίκες υποφέρουν από κάποια ειδική φοβία δύο φορές πιο συχνά απ’ ότι οι άντρες.

Γενικά οι φοβίες είναι πολύ συχνές στον γενικό πληθυσμό. Όμως είναι σχετικά σπάνιο να προκαλέσει σοβαρή υποκειμενική ενόχληση ή λειτουργική έκπτωση ώστε να θεωρηθεί ως ψυχική διαταραχή. Πολύ συχνά η ειδική φοβία δεν επηρεάζει την καθημερινότητα του ατόμου ή αν την επηρεάζει το κάνει τόσο διακριτικά, που το άτομο δεν αντιλαμβάνεται καν ότι την έχει· δηλαδή η αποφυγή κάποιων αντικειμένων ή καταστάσεων γίνεται η ίδια μέρος της ρουτίνας του ατόμου, με τόση επιτυχία που δεν ξεχωρίζει από οποιαδήποτε άλλη συνήθειά του.

Είναι δύσκολο να πούμε με ακρίβεια ποια είναι η συχνότητα της ειδικής φοβίας με την έννοια της ψυχικής διαταραχής, γιατί δεν είναι πολύ συγκεκριμένο το κριτήριο του βαθμού της υποκειμενικής ενόχλησης ή της λειτουργικής έκπτωσης που πρέπει να προκαλεί μία φοβία ώστε να θεωρηθεί ψυχική διαταραχή. Αν συμπεριληφθούν και σχετικά ήπιου βαθμού φοβίες, όχι πολύ ενοχλητικές, φαίνεται ότι περίπου το 20% του γενικού πληθυσμού υποφέρει ανά πάσα στιγμή από κάποια ειδική φοβία ενώ αν χρησιμοποιήσουμε πιο αυστηρά κριτήρια, το ποσοστό αυτό περιορίζεται στο 8% με 9%.

Αιτιολογία των ειδικών φοβιών

Είναι πολύ πιθανόν να υπάρχουν γενετικοί παράγοντες που καθορίζουν την εμφάνιση των φοβιών. Αυτό φαίνεται  από το ότι ανάμεσα στους στενούς συγγενείς ανθρώπων με μια ειδική φοβία είναι πιο συχνή η εμφάνιση της ίδιας ειδικής φοβίας. Επίσης τα δίδυμα αδέλφια με το ίδιο γενετικό υλικό (ομοζυγώτες) ατόμων με ειδική φοβία έχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό την ίδια φοβία απ’ ό,τι τα δίδυμα αδέλφια με διαφορετικό γενετικό υλικό (ετεροζυγώτες).

Οι γενετικοί παράγοντες φαίνεται ότι επηρεάζουν την εμφάνιση σχεδόν κάθε είδους ψυχικής διαταραχής και πιθανότατα αυτό το κάνουν μέσω της ανάπτυξης μιας προδιάθεσης προς την συγκεκριμένη διαταραχή.

Σύμφωνα με την μαθησιακή θεωρία η φοβία αποτελεί μία μαθημένη αντίδραση φόβου απέναντι σ’ ένα ερέθισμα εξ’ αιτίας τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος. Αυτή η θεωρία εξηγεί επαρκώς και με τρόπο που ταιριάζει στην κοινή λογική του μέσου ανθρώπου που δεν έχει γνώσεις ψυχολογίας, περιπτώσεις ειδικής φοβίας όπου ανιχνεύεται όντως η συγκεκριμένη τραυματική εμπειρία.

Δηλαδή σύμφωνα με την μαθησιακή θεωρία, το μυαλό ενός ατόμου που όταν ήταν παιδί το έριξε κάτω ένας μεγάλος σκύλος και ενδεχομένως το δάγκωσε κιόλας, θα μάθει ότι σκύλος σημαίνει κίνδυνος και επομένως θα αναπτύσσει φόβο κάθε φορά που εμφανίζεται σκύλος για λόγους αυτοπροστασίας.

Όμως πολλές φορές δεν μπορούμε να βρούμε στο ιστορικό του ατόμου ένα τραυματικό γεγονός που να δικαιολογεί την φοβία του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρειάζονται πιο περίπλοκες θεωρίες για να δώσουμε εξήγηση.

Μία τέτοια θεωρία είναι  ότι οι εμπειρίες ενός ατόμου δεν επηρεάζουν μόνο την δική του ζωή, αλλά και τις ζωές των απογόνων του με δύο τρόπους: Ο ένας είναι η εκπαίδευση που κάνει στους απογόνους του (π.χ. ο πατέρας που φοβάται τα σκυλιά από δική του τραυματική εμπειρία, διδάσκει τα παιδιά του τόσο με το παράδειγμά του όσο και με νουθεσίες να τα φοβούνται κι αυτά).

Ο άλλος τρόπος κληροδοσίας μιας φοβίας είναι μέσω απ’ ευθείας κωδικοποίησης και εγγραφής του συνειρμού «συγκεκριμένο αντικείμενο της φοβίας à κίνδυνος» στο DNA του γονέα ως ένα σύνολο γονιδίων που περνάει από γενιά σε γενιά. Αυτός ο δεύτερος τρόπος εξηγεί ικανοποιητικά φόβους γενικά του ανθρώπου απέναντι σε ερεθίσματα που εκ πρώτης όψεως δεν συνιστούν πηγή κινδύνου για τον ίδιο.

Π.χ. όλοι οι άνθρωποι έχουμε λίγο- πολύ έναν φόβο απέναντι στις κατσαρίδες και τα ποντίκια, πιθανώς κατάλοιπο των τραυματικών εμπειριών των προγόνων μας από αρρώστιες που μετέδιδαν αυτά τα ζώα στους ανθρώπους ή αρρώστιες που σχετίζονταν με την φτωχή υγιεινή που υποδήλωνε η παρουσία τους.

Επίσης πιθανώς ιδιαίτερα τραυματικές εμπειρίες που είχαν να κάνουν με σωματικό τραυματισμό σε προγόνους ενός ατόμου να δικαιολογεί την ειδική φοβία τύπου σωματικής βλάβης (με την έντονη αντίδραση φόβου απέναντι σε αίμα, ενέσεις, τραυματισμό).

Μια άλλη θεωρία που μπορεί να εξηγήσει ικανοποιητικά την ύπαρξη ειδικών φοβιών σε άτομα που δεν έχουν κάποια σχετική με την φοβία τους εμπειρία στο παρελθόν τους, είναι αυτή που βασίζεται στον ψυχολογικό μηχανισμό της μετάθεσης. Θα δούμε αμέσως ένα παράδειγμα που εξηγεί τι σημαίνει αυτό.

Ας πούμε ότι ένας άνθρωπος έχει μέσα του έναν έντονο και χρόνιο ψυχικό πόνο επειδή όταν ήταν παιδί οι γονείς του τον καταπίεζαν υπερβολικά, του περιόριζαν σε ακραίο βαθμό την ελευθερία, του έλεγαν συνεχώς τι να κάνει, τι να μην κάνει κ.λπ.· εκείνο που θα κάνει κατ’ αρχήν θα είναι να απωθήσει αυτόν τον πόνο και όλες τις αναμνήσεις που συνδέονται μαζί του στο υποσυνείδητό του για να μην υποφέρει.

Όμως ο πόνος είναι εκεί και είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να βγει στην επιφάνεια. Πρέπει να τον αποφύγει, αλλά πώς; Εδώ έρχεται ο μηχανισμός της μετάθεσης. Μεταθέτει τον κίνδυνο του να νοιώσει ξανά τον πόνο και την αγωνία του περιορισμού που έχει υποστεί στο παρελθόν σε μία εξωτερική κατάσταση, όπως π.χ. μικροί κλειστοί χώροι (κλειστοφοβία).

Έτσι κερδίζει δύο πράγματα: Πρώτο, αποφεύγει να έρθει σε επαφή με αυτό που φοβάται πραγματικά (την ανάκληση στο συνειδητό του ψυχικού μαρτυρίου που έχει βιώσει)· δεύτερο, ο νέος κίνδυνος (του κλειστού χώρου) είναι ένας κίνδυνος που μπορεί σχετικά εύκολα να ελέγξει και να αποφύγει, γιατί είναι απτός και συγκεκριμένος. Αντίθετα είναι πρακτικά αδύνατο (χωρίς ψυχοθεραπευτική παρέμβαση) να ελέγξει αυτό που πραγματικά φοβάται, δηλαδή ένα συνονθύλευμα αναμνήσεων και ψυχικού πόνου που συνδέεται μ’ αυτές τις αναμνήσεις, ένα συνονθύλευμα έτοιμο ανά πάσα στιγμή να κατακλύσει την συνείδησή του.

Αρχίζει λοιπόν να φοβάται τους κλειστούς χώρους. Δεν επιλέγει τυχαία τους κλειστούς χώρους ως αντικείμενο της φοβίας του. Οι κλειστοί χώροι σχετίζονται συνειρμικά με περιορισμό της ελευθερίας της κίνησης και άρα συμβολικά με τον περιορισμό της ελευθερίας γενικά.

Έτσι η φοβία που του προκαλεί ο μικρός κλειστός χώρος, δεν είναι πραγματικά απέναντι στον μικρό κλειστό χώρο αυτόν καθ’ αυτόν, αλλά απέναντι στον ψυχικό πόνο του περιορισμού που έχει βιώσει στο παρελθόν και θέλει να κρατήσει απωθημένο στο υποσυνείδητό του. Αποφεύγοντας τους κλειστούς χώρους καταφέρνει να ασκεί έναν ψευδο-έλεγχο πάνω σ’ αυτόν τον πόνο και την διατήρησή του στο υποσυνείδητο.

Δεν υπονοείται ότι όποιος φοβάται τους μικρούς κλειστούς χώρους έχει υποστεί καταπίεση και περιορισμό της ελευθερίας του ως παιδί. Όμως είναι πολύ πιθανό τα συναισθήματα αδυναμίας, εγκλωβισμού, αγωνίας που του γεννά η ιδέα ενός μικρού κλειστού χώρου, να τα έχει βιώσει στο παρελθόν ως παιδί με διάφορα τραυματικά εναύσματα στην οικογένεια.

Για περισσότερα πάνω σ’ αυτήν την θεωρία μπορείτε να διαβάσετε και στην αιτιολογία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής.

Θεραπεία

Οι ειδικές φοβίες σε αντίθεση με την αγοραφοβία και την κοινωνική φοβία αναφέρονται τις περισσότερες φορές σ’ ένα τόσο περιορισμένο τομέα της ζωής του ατόμου που δεν συνηθίζεται να χορηγούνται ψυχοφάρμακα γι αυτές. Όταν χορηγούνται, αυτά λαμβάνονται μόνο όταν το άτομο αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την κατάσταση που φοβάται, μισή με μία ώρα πριν από την αναμενόμενη έκθεση στο φοβογόνο ερέθισμα (π.χ. στην πετοφοβία όταν πρέπει να ταξιδέψει με αεροπλάνο).  Σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα πιο κατάλληλα φάρμακα είναι οι βενζοδιαζεπίνες υψηλής ισχύος όπως η λοραζεπάμη (Tavor) και η αλπραζολάμη (Xanax).

Ακόμα και οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις συνήθως που χρησιμοποιούνται στις ειδικές φοβίες στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο σ’ αυτήν καθ’ αυτήν την φοβία. Ωστόσο δεν αποκλείονται και ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις που ασχολούνται γενικότερα με την ψυχή του ατόμου και με τα βαθύτερα αίτια της φοβίας του, κυρίως αν πάσχει από πολλαπλές φοβίες και αν έχει κι άλλα ψυχολογικά προβλήματα εκτός απ’ την φοβία.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα χρειαστεί η διερεύνηση των βαθύτερων αιτίων της φοβίας που όπως είπαμε πιο πάνω σχετίζονται με την πρώιμη ζωή του ατόμου και που σύμφωνα με ένα ψυχολογικό μοντέλο ανάγονται σε αρνητικές πεποιθήσεις που απέκτησε το άτομο. (Για περισσότερα πάνω σ’ αυτό το θέμα μπορείτε να διαβάσετε την αιτιολογία και την θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής).

Η πιο διαδεδομένη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση για τις ειδικές φοβίες είναι η συμπεριφορική συνδυασμένη ή όχι με την γνωσιακή.

Η συμπεριφορική θεραπεία συνίσταται στην σταδιακή προσέγγιση του αντικειμένου ή της κατάστασης που προκαλεί τον υπερβολικό φόβο. Για παράδειγμα, αν κάποιος φοβάται τα σκυλιά, μπορεί να ξεκινήσει από το να βλέπει φωτογραφίες σκύλων, μετά ομοιώματα σκύλων, μετά να δει σκύλο από απόσταση π.χ. δέκα μέτρων, μετά εννιά μέτρων κ.λπ. μέχρι που τελικά να χαϊδέψει το σκυλί.

Για να ξεπερνά τον φόβο του, θα χρησιμοποιεί μεθόδους χαλάρωσης όπως είναι η σταδιακή μυϊκή χαλάρωση [1], οι βαθιές αναπνοές ή φαντασιώσεις ευχάριστων και χαλαρωτικών εικόνων. Αυτό πρακτικά γίνεται εφικτό, ακριβώς γιατί κάθε φορά θα έρχεται σε επαφή με ερεθίσματα που θα είναι λίγο μόνο πιο έντονα απ’ αυτά που έχει συνηθίσει.

[1] Μέθοδος ψυχικής χαλάρωσης που βασίζεται στην σταδιακή χαλάρωση των μυών κατά ομάδες, με τη σειρά, πρώτα των μυών του προσώπου, στη συνέχεια των μπράτσων και των πήχεων, μετά της κοιλιάς,  ακολούθως των μηρών, των κνημών και των πελμάτων. Προκειμένου το άτομο να συνειδητοποιήσει τους μύες του και να τους χαλαρώσει, πρώτα τους σφίγγει και μετά σιγά-σιγά τους χαλαρώνει.

Παράλληλα, για να πετυχαίνει ακόμα πιο αποτελεσματική ψυχική χαλάρωση, μπορεί να εξασκεί το μυαλό του στο να θυμάται ότι δεν κινδυνεύει από τον σκύλο· αυτό είναι το γνωσιακό κομμάτι της θεραπείας, που ασχολείται με την εσφαλμένη του αντίληψη (γνωσία) ότι τα σκυλιά είναι επικίνδυνα.

Αν φοβάται τα ύψη, θα βγει πρώτα στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ενός κτιρίου σε απόσταση δύο μέτρων από τα κάγκελα, μετά θα πλησιάσει τα κάγκελα κι άλλο, μετά κι άλλο, μέχρι να βάλει τα χέρια του πάνω σ’ αυτά και να κοιτάξει κάτω. Κατόπιν θα πάει με την ίδια διαδικασία στον δεύτερο όροφο κ.ο.κ.. Παράλληλα θα κάνει ασκήσεις χαλάρωσης και θα υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι δεν διατρέχει κίνδυνο από το γεγονός ότι βρίσκεται σε απόσταση από το έδαφος.

Υπάρχουν φοβίες που είναι τόσο έντονες ή είναι η φύση του αντικειμένου τους τέτοια, που ακόμα και το ελάχιστο πρώτο βήμα, προκαλεί μεγάλο φόβο. Για παράδειγμα κάποιος μπορεί να φοβάται πολύ ακόμα και το να δει μία φωτογραφία σκύλου ή να βγει στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ενός κτιρίου ή ακόμα και να μπει στον ανελκυστήρα ακόμα κι αν δεν τον χρησιμοποιήσει για να πάει από τον έναν όροφο στον αμέσως επόμενο.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιήσει την φαντασία. Δηλαδή να φανταστεί ότι αντιμετωπίζει το αντικείμενο ή την κατάσταση που φοβάται. Αν ακόμα κι αυτό του προκαλεί έντονη ταραχή, μπορεί ως πρώτο βήμα να φανταστεί ότι παρακολουθεί από απόσταση ή σαν σκηνή κινηματογράφου τον εαυτό του απέναντι στο αντικείμενο ή την κατάσταση που φοβάται.

Μέθοδοι με άριστα και γρήγορα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση των ειδικών φοβιών είναι το EMDR [2] και το EFT [3] .

[2] Μέθοδος που αποσκοπεί στην απαλλαγή του ατόμου από αρνητικά συναισθήματα τα οποία συνδέονται με τραυματικές αναμνήσεις. Βασίζεται στα νευροφυσιολογικά αποτελέσματα που έχουν στον εγκέφαλο οι ταχείες κινήσεις των οφθαλμών ενόσω το άτομο φέρνει στο μυαλό του την δυσάρεστη εμπειρία. Τα νευροφυσιολογικά αυτά αποτελέσματα συνίστανται στην επεξεργασία εκ νέου του δυσάρεστου ερεθίσματος από το άτομο, έτσι ώστε να μην του προκαλεί πλέον ψυχική ταραχή. Το όνομα της μεθόδου προέρχεται από τα αρχικά των λέξεων Eye Movement Desensitization Reprocessing [Επαν - επεξεργασία απευαισθητοποίησης μέσω της κινήσεως των οφθαλμών].

[3] Μέθοδος που αποσκοπεί στην απαλλαγή του ατόμου από αρνητικά συναισθήματα τα οποία συνδέονται με τραυματικές αναμνήσεις και γενικά με δυσάρεστα ερεθίσματα. Βασίζεται στα ευεργετικά αποτελέσματα που έχει στην ψυχική κατάσταση του ατόμου η επίκρουση με τα δάχτυλα συγκεκριμένων σημείων στο πρόσωπο και στο σώμα ενώ παράλληλα έχει στο μυαλό του την δυσάρεστη εμπειρία και επαναλαμβάνει κάποια λόγια. Οι αρχές στις οποίες στηρίχθηκε αυτή η μέθοδος είναι οι ίδιες μ’ αυτές στις οποίες στηρίζεται και ο βελονισμός. Ωστόσο πιο κοντά στην αντίληψη της δυτικής ιατρικής βρίσκεται η ιδέα ότι η επίκρουση των σημείων στο πρόσωπο και στο σώμα προκαλεί νευροφυσιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλο όπως και το EMDR.

Διαταραχές που μοιάζουν με τις φοβίες και οι διαφορές τους απ’ αυτές

Υπάρχουν μερικές διαταραχές που μοιάζουν με φοβίες αλλά διακρίνονται απ’ αυτές και θα δούμε  αμέσως τους λόγους γιατί.

Αυτές οι διαταραχές είναι ουσιαστικά του φάσματος των ιδεοληψιών.

Ιδεοληψίες είναι επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις (λέγονται και «ψυχαναγκασμοί» ή στην καθομιλουμένη «έμμονες ιδέες»), εικόνες ή παρορμήσεις που το άτομο τις βιώνει  ως ενοχλητικές, σαν ξένες προς το εγώ του και ανεπιθύμητες, του προκαλούν δε έντονο άγχος ή άλλου τύπου ψυχική δυσφορία.

Οι ιδεοληψίες είναι σύμπτωμα της ψυχαναγκαστικής – καταναγκαστικής διαταραχής και οι πιο τυπικές είναι αυτές που έχουν να κάνουν με παρορμήσεις πλυσίματος των χεριών (ακόμα και 50 φορές την ημέρα) και αυτές που έχουν να κάνουν με τον έλεγχο (το άτομο έχει την τάση να ελέγχει ξανά και ξανά πολλές φορές αν έκλεισε τον θερμοσίφωνα, αν κλείδωσε την πόρτα κ.λπ.).

Ωστόσο υπάρχουν συχνά και ιδεοληψίες των οποίων το περιεχόμενο είναι κάποιος φόβος, κι αυτές μοιάζουν με τις φοβίες. Π.χ. το άτομο μπορεί να βασανίζεται πολύ συχνά από την σκέψη ότι θα πεθάνει ή ότι θα πεθάνει και θα τον θάψουν ζωντανό ή ότι έχει κολλήσει AIDS παρ’ όλο που οι εξετάσεις του είναι αρνητικές ή ότι θα πάθει καρκίνο ή ότι θα κολλήσει κάποια αρρώστια κ.ο.κ..

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, επειδή το περιεχόμενο της σκέψης προκαλεί φόβο, η διαταραχή μοιάζει με τις φοβίες. Η διαφορά των φοβιών από τις ιδεοληψίες με περιεχόμενο φόβου είναι ότι στις φοβίες το άτομο δεν βασανίζεται από επανειλημμένες σκέψεις ότι θα πάθει κάτι κακό, ο φόβος ή το άγχος του εγείρονται μόνο όταν έρθει αντιμέτωπο με το αντικείμενο ή την κατάσταση που φοβάται.

Όμως η διαχωριστική γραμμή δεν είναι τόσο σαφής, διότι εγείρεται το ερώτημα, τι συμβαίνει όταν αυτό που φοβάται το άτομο είναι εν δυνάμει πάντα παρόν; Δηλαδή αν κάποιος έχει φοβία με τα σκυλιά, είναι ευνόητο ότι θα είναι ήρεμος σε κάθε μέρος όπου δεν έχει σκυλιά.

Όμως αν φοβάται κάτι όπως π.χ. μήπως πάθει έμφραγμα στην καρδιά του; Αυτή η πιθανότητα είναι πάντα υπαρκτή, δεν υπάρχει συνθήκη που να την αποκλείει. Παρ’ όλ’ αυτά, αν κάποιος έχει πολύ συχνά στο μυαλό του μήπως πάθει έμφραγμα, η διάγνωση πάει προς την ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική διαταραχή, ακριβώς λόγω του ότι βασανίζεται από επανειλημμένες δυσάρεστες σκέψεις.

Αυτή η λεπτή διαφορά μεταξύ φοβίας και ιδεοληψίας με περιεχόμενο φόβου οδηγεί σε όρους που παραπλανούν όπως π.χ. «νοσοφοβία». Νοσοφοβία κανονικά είναι η φοβία που έχει κάποιος μήπως κολλήσει κάποια αρρώστια και που εγείρεται μόνο όταν υπάρξει κάποιο ερέθισμα που να ευνοεί μια τέτοια σκέψη (όπως π.χ. να αγγίξει την χειρολαβή ενός μέσου μαζικής μεταφοράς). Αν του έχει γίνει έμμονη ιδέα (ιδεοληψία) μήπως αρρωστήσει, τότε η διάγνωση πάει προς ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.

Αν του έχει γίνει έμμονη ιδέα ότι έχει ήδη μία αρρώστια και ερμηνεύει διάφορα συμπτώματά του ως απόδειξη αυτής της αρρώστιας, η διάγνωση είναι υποχονδρίαση.

Η υποχονδρίαση είναι μία διαταραχή που ναι μεν διαχωρίζεται σαφώς από την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, αλλά που έχει σε τελευταία ανάλυση την ίδια ουσία μ’ αυτήν, δηλαδή επίμονες ενοχλητικές ιδέες. (Είναι ένα παράδειγμα της αυθαιρεσίας της διάκρισης των ψυχικών διαταραχών μεταξύ τους, ακριβώς γιατί αυτή η διάκριση δεν βασίζεται σε αιτιολογικούς παράγοντες όπως στην υπόλοιπη ιατρική. Για περισσότερα πάνω σ’ αυτό το θέμα μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο «Είναι η ψυχική διαταραχή ασθένεια και ποια είναι η αξία της ψυχιατρικής διάγνωσης;»).

Μια άλλη διαταραχή που έχει την ίδια ουσία με την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και που ο παλιότερος όρος που χρησιμοποιούνταν γι αυτήν παρέπεμπε σε φοβία χωρίς να είναι, είναι η σωματοδυσμορφική διαταραχή που παλιότερα ονομαζόταν δυσμορφοφοβία. Σ’ αυτήν την διαταραχή το άτομο κατατρύχεται από την ιδέα ότι έχει μία δυσμορφία (π.χ. μεγάλη μύτη ή αραιά μαλλιά που πέφτουν ή σπυράκια στο πρόσωπο) κ.λπ. χωρίς όμως αυτό να ισχύει ή ισχύει σε μικρό μόνο βαθμό.

Η υποχονδρίαση και η σωματοδυσμορφική διαταραχή διαφέρουν από την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή γιατί σ’ αυτές οι ιδεοληψίες ότι κάποιος έχει κάποια αρρώστια ή κάποια δυσμορφία αντίστοιχα δεν βιώνονται τόσο ξένες προς το εγώ, δηλαδή το άτομο τις πιστεύει σχεδόν καθολικά ως αληθινές.

Πάντως αυτό το διαφοροδιαγνωστικό κριτήριο, αν και θεωρείται σημαντικό, δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο στην πράξη, καθώς ο βαθμός εναισθησίας (επίγνωσης του ατόμου ότι έχει μία διαταραχή) ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο με την ίδια διαταραχή. Δηλαδή ένας άνθρωπος με υψηλού βαθμού εναισθησία και σωματοδυσμορφική διαταραχή μπορεί να βιώνει ως εξ’ ίσου ξένη προς το εγώ του τις επίμονες σκέψεις του μ’ έναν άνθρωπο που έχει χαμηλού βαθμού εναισθησία και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.

ΠΑΝΩ

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας αποδεχτείτε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την πολιτική cookie.

Ρυθμίσεις απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπο, μπορεί να αποθηκεύσει ή να ανακτήσει πληροφορίες στο πρόγραμμα περιήγησής σας, κυρίως με τη μορφή cookie. Ελέγξτε τις προσωπικές σας υπηρεσίες cookie εδώ.

Αυτά τα cookies είναι απαραίτητα για να λειτουργήσει ο ιστότοπος και δεν μπορεί να απενεργοποιηθεί στα συστήματά μας.

Για τη χρήση αυτού του ιστότοπου χρησιμοποιούμε τα παρακάτω cookies που απαιτούνται από τεχνική άποψη
  • wordpress_test_cookie
  • wordpress_logged_in_
  • wordpress_sec

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες