Διαταραχές στην πρόσληψη τροφής

Ανορεξία και Βουλιμία

Ψυχογενής ανορεξία

Περιεχόμενα

Ποια είναι η εικόνα της διαταραχής
Επιδημιολογικά στοιχεία
Αιτιολογία                                                                                                                                                                                                       Θεραπεία – Αντιμετώπιση

Ποια είναι η εικόνα της ψυχογενούς ανορεξίας

Τα κριτήρια για την διάγνωση της διαταραχής είναι τα παρακάτω:

– Το άτομο θέλει και πετυχαίνει να έχει βάρος κάτω από το βάρος που θεωρείται αντικειμενικά ως το ελάχιστο φυσιολογικό για την εκάστοτε ηλικία και το ύψος του.
Για να το καταφέρει αυτό, τρώει μικρές ποσότητες φαγητού και τροφές με λίγες θερμίδες και σε κάποιες περιπτώσεις ασκείται σωματικά σε βαθμό υπερβολής.

Επίσης προκαλεί εμέτους στον εαυτό του μετά το φαγητό ή παίρνει καθαρτικά για να εμποδίσει την πλήρη απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών της τροφής που κατανάλωσε.

Ας σημειωθεί ότι ο όρος «ψυχογενής ανορεξία» είναι παραπλανητικός, γιατί τα άτομα αυτά δεν πάσχουν πραγματικά από έλλειψη όρεξης για φαγητό. Αντίθετα, πεινούν λόγω της στέρησης τροφής που επιβάλλουν στον εαυτό τους και οι σκέψεις τους περιστρέφονται πολύ συχνά γύρω από το φαγητό. Μόνο στα πολύ προχωρημένα στάδια της διαταραχής όπου το άτομο πάσχει από σοβαρού βαθμού ασιτία, επέρχεται απάθεια και ανορεξία.

– Το άτομο ανησυχεί έντονα μήπως πάρει βάρος ακόμα κι αν το βάρος του είναι κάτω από το κανονικό.

– Υπάρχει διαταραχή στο πώς αντιλαμβάνεται το άτομο το βάρος και το σχήμα του σώματός του (δηλαδή έχει τη βεβαιότητα ότι είναι παχύ ενώ είναι λιπόσαρκο και κανείς, με κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να το μεταπείσει), η αυτοεκτίμησή του επηρεάζεται έντονα από το βάρος του σώματός του και δεν δέχεται ότι είναι λιπόσαρκο σε σοβαρό βαθμό.

– Σε γυναίκες που έχει ήδη ξεκινήσει η περίοδός τους, υπάρχει αμηνόρροια, δηλαδή η γυναίκα δεν έχει έμμηνο ρύση για τουλάχιστον τρεις διαδοχικούς εμμηνορυσιακούς κύκλους (αγνώστου αιτιολογίας, καθώς συχνά προηγείται του υποσιτισμού ή της ασιτίας).

Υπάρχουν δύο τύποι ψυχογενούς ανορεξίας, ο περιοριστικός και ο τύπος υπερφαγίας /κάθαρσης.

Στον περιοριστικό τύπο το άτομο απλά περιορίζει την λήψη της τροφής του και μπορεί επίσης να επιδίδεται σε υπερβολική σωματική άσκηση. Δεν έχει όμως συστηματικά επεισόδια υπερβολικής λήψης τροφής ή κάθαρσης μέσω πρόκλησης εμέτου, κατάχρησης καθαρτικών, διουρητικών ή ενεμάτων (κλυσμάτων).
Στον τύπο υπερφαγίας / κάθαρσης το άτομο εμφανίζει συστηματικά επεισόδια υπερφαγίας ή/και κάθαρσης.

Τα άτομα με ψυχογενή ανορεξία συχνά ντρέπονται να τρώνε δημόσια σε βαθμό να παρακωλύεται η κοινωνικότητά τους. Επίσης τις περισσότερες φορές για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν έχουν εναισθησία, δηλαδή δεν έχουν επίγνωση ότι πάσχουν από μία ψυχική διαταραχή· πιστεύουν ότι όντως είναι παχύσαρκα παρ’ όλο που είναι εμφανώς λιπόσαρκα και όλοι γύρω τους συμφωνούν σ’ αυτό. Ως εκ τούτου είναι απρόθυμα να επισκεφτούν ψυχίατρο και όταν το κάνουν, συνήθως είναι μετά από πίεση των συγγενών τους.

Εξ’ αιτίας του υποσιτισμού ή της ασιτίας τα άτομα αυτά εκτός από την αμηνόρροια μπορεί να εμφανίσουν αρκετά σωματικά προβλήματα όπως αδυναμία, ληθαργικότητα, δυσκοιλιότητα, ευαισθησία στο κρύο, αναιμία, υπόταση, υποθερμία, βραδυκαρδία, υποβιταμίνωση κ.ά. Επίσης στον τύπο υπερφαγίας / κάθαρσης μπορεί να παρατηρηθούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές λόγω της κατάχρησης καθαρτικών και των προκλητών εμέτων και διάβρωση της αδαμαντίνης των δοντιών και ουλές ή κάλους στη ράχη του χεριού που χρησιμοποιεί το άτομο για να προκαλέσει έμετο στον εαυτό του από το οξύ του στομάχου λόγω των προκλητών εμέτων.

Η διαταραχή μπορεί να είναι από ήπια όπου τα άτομα σε γενικές γραμμές είναι ικανοποιημένα με ένα σωματικό βάρος το οποίο συντηρούν με ένα πολύ αυστηρό πρόγραμμα λιτής διατροφής και το οποίο είναι μικρότερο μεν από το ελάχιστο φυσιολογικό, συμβατό όμως με μια λειτουργική ζωή, μέχρι πολύ σοβαρή, όπου τα άτομα δεν ικανοποιούνται όσο χαμηλό κι αν είναι το βάρος τους, με αποτέλεσμα να οδηγούνται στην πλήρη άρνηση τροφής και τον θάνατο από ασιτία. Αυτό συμβαίνει στο 10% των περιπτώσεων στις οποίες απαιτείται νοσηλεία του ατόμου και υποχρεωτική σίτιση με ρινογαστρικό καθετήρα ή παρεντερικά.

Αναφορικά με την πορεία της διαταραχής, μερικά άτομα θεραπεύονται αυτόματα και δια παντός από τη διαταραχή, σε άλλα η διαταραχή παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις και σε άλλα επιδεινώνεται διαρκώς με αποτέλεσμα σ’ ένα ποσοστό όπως είπαμε πιο πάνω, κάποια στιγμή να γίνεται πολύ σοβαρή και απειλητική για την επιβίωση.

Επιδημιολογικά στοιχεία

Το 90 % όσων πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία είναι γυναίκες. Οι ηλικίες όπου εμφανίζεται για πρώτη φορά η διαταραχή είναι συνήθως ανάμεσα σε 16 και 22 χρονών. Όσο μεγαλύτερη η ηλικία, τόσο πιο σπάνια είναι η εμφάνιση της διαταραχής και σε ηλικίες άνω των 40 είναι πολύ σπάνια. Περίπου το 0,5% έως 1% των θηλέων ατόμων θα εμφανίσουν την διαταραχή.

Ωστόσο με λιγότερο αυστηρά κριτήρια διάγνωσης (π.χ. χωρίς να είναι αναγκαίο κριτήριο η διακοπή της εμμήνου ρύσεως στα θήλεα άτομα) μια πιο ήπια μορφή άτυπης ψυχογενούς ανορεξίας εμφανίζει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό στη διάρκεια της ζωής τους. Για παράδειγμα, πολλές από τις λιπόσαρκες νεαρές γυναίκες που εργάζονται ως μοντέλα μόδας και ηθοποιοί πάσχουν από μία συνήθως ήπια και άτυπη μορφή ψυχογενούς ανορεξίας.

Αιτιολογία της ψυχογενούς ανορεξίας Φαίνεται ότι υπάρχει μία βιολογική συνιστώσα που προδιαθέτει στην ανάπτυξη της διαταραχής.

Ένας από τους παράγοντες που υποστηρίζουν αυτήν την άποψη είναι το γεγονός ότι τα δίδυμα αδέλφια από το ίδιο ωάριο (ομοζυγωτικά) έχουν περισσότερες πιθανότητες να έχουν και τα δύο την ίδια διαταραχή απ’ ότι τα δίδυμα από διαφορετικά ωάρια (ετεροζυγωτικά).

Άλλες παρατηρήσεις που συνηγορούν στο ότι υπάρχει βιολογικό αίτιο στη διαταραχή, είναι ότι βρίσκεται αυξημένη η CRF (ορμόνη που διεγείρει τα επινεφρίδια να παράγουν κορτιζόνη) μέσα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (υγρό μέσα σε κοιλότητες του εγκεφάλου και γύρω από τον νωτιαίο μυελό) σε όσους πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία• αυτό και η εμφάνιση αμηνόρροιας πριν την εκδήλωση της απώλειας βάρους υποδηλώνουν πρωτογενή διαταραχή της λειτουργίας του υποθαλάμου (περιοχή στη βάση του εγκεφάλου που ελέγχει την υπόφυση η οποία με τη σειρά της ελέγχει σχεδόν όλους τους ενδοκρινείς αδένες του σώματος).

Υπάρχουν επίσης ευρήματα αναφορικά με πιθανή δυσλειτουργία σχετικά με νευροδιαβιβαστές (ουσίες μέσω των οποίων επικοινωνούν τα νευρικά κύτταρα μεταξύ τους) όπως η νοραδρεναλίνη, η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη.

Όπως σε όλες τις ψυχικές διαταραχές, έτσι και στην εμφάνιση της ψυχογενούς ανορεξίας, ο βαθμός υπευθυνότητας των βιολογικών παραγόντων στην εμφάνιση της διαταραχής μπορεί να ποικίλλει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν εξαιρέσουμε πολύ σοβαρές μορφές της διαταραχής, οι βιολογικοί παράγοντες παίζουν μάλλον τον ρόλο της προδιάθεσης προς την συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή και όχι το γενεσιουργό αίτιο.

Το γενεσιουργό (αρχικό) αίτιο στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται να είναι οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό που αποκτούνται στην παιδική ηλικία. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι σταθερός παράγων -τουλάχιστον υποσυνείδητα- σε όλα τα άτομα με ψυχογενή ανορεξία. Ωστόσο συνειδητά συνήθως τρέφουν ιδέες υψηλής εκτίμησης για τον εαυτό τους ως έκφραση ενός αμυντικού ψυχολογικού μηχανισμού αντιστάθμισης και ως εκ τούτου έχουν υψηλές απαιτήσεις από τους εαυτούς τους όσον αφορά τις επιδόσεις τους σε σπουδές, σε κοινωνική αποδοχή, ηθική κ.λπ..

Τα δυσάρεστα συναισθήματα που συνδέονται με τις αρνητικές πεποιθήσεις γύρω από τον εαυτό (όπως π.χ. «δεν αξίζω», «δεν είμαι καλή», «είμαι άχρηστη» κ.λπ.) απωθούνται στο υποσυνείδητο επειδή είναι πολύ επώδυνα και το μυαλό πιστεύει ότι είναι αδύνατο να τα διαχειριστεί. Όμως καθώς το άτομο μεγαλώνει, οι μηχανισμοί απώθησης υποχωρούν και διάφοροι στρεσογόνοι παράγοντες είναι δυνατό να διεγείρουν αυτές τις αρνητικές πεποιθήσεις όπως π.χ. μία αποτυχία στις εξετάσεις, ένα κακό ψυχολογικό κλίμα στο σπίτι, μία ερωτική απογοήτευση κ.λ.π..

Έτσι τα πολύ επώδυνα συναισθήματα που τείνουν να βγουν στο συνειδητό προκαλούν ένα διπλό άγχος: Πρώτο, το ότι αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα φαινομενικά έρχονται από το πουθενά και άρα προκαλούν ένα αίσθημα απώλειας ελέγχου. Δεύτερο, ότι αυτά τα συναισθήματα όπως είπαμε θεωρούνται από το μυαλό ως απαράδεκτο να βιωθούν ως όχι μόνο εξαιρετικά δυσάρεστα, αλλά και σαν να είναι επικίνδυνα. Σε μια προσπάθεια λοιπόν να τα ελέγξει το μυαλό, σπεύδει να τα αποδώσει σε μία συγκεκριμένη αιτία που να μπορεί να την χειριστεί.

Είναι σαν να λέει δηλαδή, «αυτός ο πόνος που πάει να αναδυθεί, οφείλεται στο ότι είμαι παχιά, επειδή όταν είμαι παχιά, δεν αξίζω. (Ενώ ο πόνος που τείνει να βιωθεί, οφείλεται σε πεποιθήσεις που ήδη έχει από παιδί μέσα της ανεξάρτητα από το αν είναι παχιά ή κομψή όπως π.χ. «είμαι ανάξια», «δεν είμαι καλή» κ.λπ.). Αν λοιπόν ελέγξω το βάρος μου, θα εμποδίσω και τον πόνο να βγει στην επιφάνεια».

Βρίσκει δηλαδή μία πλαστή αιτία για τον ψυχικό πόνο που τείνει να αναδυθεί (το ότι είναι δήθεν παχύσαρκη) και στρέφει όλες της τις προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση αποκτώντας έτσι μία αίσθηση ελέγχου. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία εξηγείται πολύ καλά γιατί αυτά τα άτομα έχουν διαταραχή στον εντυπωσιακά διαστρεβλωμένο τρόπο που αντιλαμβάνονται το σχήμα και το μέγεθος του σώματός τους.

Αφού νοιώθουν ότι έχουν ανάγκη την ψεύτικη αιτία «είμαι παχύσαρκη» για να έχουν έναν συγκεκριμένο εχθρό να αντιμετωπίσουν και να ελέγξουν (αντί για τον απωθημένο ψυχικό πόνο που κοντεύει να βγει στην επιφάνεια), είναι ανάγκη να αισθάνονται αντίστοιχα ότι είναι παχύσαρκες, ακόμα και όταν το βάρος τους είναι φυσιολογικό ή κάτω από το φυσιολογικό.

Το ότι το 90% των πασχόντων είναι γυναίκες, δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξηγηθεί με βάση την παραπάνω υπόθεση. Πράγματι, κοινωνικά, η σωματική εμφάνιση είναι συνδεδεμένη με την αξία του ανθρώπου πολύ περισσότερο αναφορικά με τις γυναίκες παρά με τους άντρες.

Επίσης το πάχος θεωρείται από τη σύγχρονη κοινωνία ως αντιαισθητικό, σε αντίθεση με παλιότερες εποχές όπου το πάχος εκλαμβανόταν ως σημάδι ευημερίας και άρα μέχρι ενός ορίου τουλάχιστον αντιμετωπιζόταν θετικά.

Τέλος, το γεγονός ότι η συνήθης ηλικία έναρξη της διαταραχής είναι η όψιμη εφηβεία και η πρώιμη ενήλικη ζωή, εξηγείται από το ότι σ’ αυτές τις ηλικίες η εμφάνιση παίζει σημαντικό ρόλο αναφορικά με την ερωτική ζωή του ατόμου και άρα το σωματικό βάρος αποκτά μεγάλη σημασία για την γενικότερη αυτοεκτίμησή του, ειδικά όπως είπαμε αν είναι θήλυ.

Θεραπεία – Αντιμετώπιση

Ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση της ψυχογενούς ανορεξίας

Η ριζική θεραπεία της ψυχογενούς ανορεξίας, αυτή δηλαδή που απευθύνεται στην βαθύτερη αιτία της, περνάει μέσα από την απελευθέρωση του ατόμου από τις αρνητικές πεποιθήσεις που συντηρεί υποσυνείδητα κυρίως για τον εαυτό του, αφού φυσικά πρώτα τις κάνει συνειδητές και τις αναγνωρίσει.

Ένας τρόπος για να τις αναγνωρίσει, είναι να φανταστεί τι συναισθήματα θα ένοιωθε, αν τελικά γινόταν αυτό που φοβάται. Δηλαδή αν έχει π.χ. ύψος 1,65 και κατώτατο φυσιολογικό βάρος τα 55 κιλά και ζύγιζε 100 κιλά (και όχι 45 όπως τώρα τα οποία τα θεωρεί επίπλαστα όπως εξηγήσαμε πιο πάνω ως δείγμα παχυσαρκίας).

Εκείνη τη στιγμή που νοιώθει άσχημα, θα χρειαστεί να αναρωτηθεί: «τι εικόνα έχω για τον εαυτό μου;». «Ότι έχω καλοσύνη, ότι αξίζω να μ’ αγαπούν, να με αποδέχονται, να με σέβονται, να με υπολογίζουν, ή μήπως τα αντίθετα;». Αυτή η άσκηση είναι συχνά απαραίτητη για τα άτομα με ψυχογενή ανορεξία, γιατί όπως είπαμε συνειδητά έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση ακριβώς για να κρατήσουν υποσυνείδητες τις αρνητικές πεποιθήσεις που έχουν για τον εαυτό τους.

Όταν όμως αναρωτηθούν τι πιστεύουν για τον εαυτό τους τη στιγμή που αισθάνονται άσχημα, βαθιά μέσα τους, υποσυνείδητα, θα έρθουν σ’ επαφή με την αληθινή αιτία του προβλήματός τους.

Σχετικά με την ψυχοθεραπευτική προσέγγιση μπορείτε να διαβάσετε άρθρα στις ενότητες «Απαντήσεις σε ερωτήσεις» και «Μύθοι προς διερεύνηση» (μπορείτε να τις ανοίξετε από δω ή από την αρχική σελίδα).

Φαρμακευτική αντιμετώπιση της ψυχογενούς ανορεξίας

Η ψυχογενής ανορεξία δεν ανταποκρίνεται καλά στη φαρμακοθεραπεία. Επιπλέον συχνά υπάρχει πρόβλημα συμμόρφωσης του πάσχοντος, διότι το ίδιο το άτομο δεν παραδέχεται ότι έχει κάποια διαταραχή ούτε θέλει να αλλάξει τις συμπεριφορές του σχετικά με το φαγητό.

Τα αντιψυχωτικά δεύτερης γενιάς ολανζαπίνη (Zyprexa) και κουετιαπίνη (Seroquel) και τρίτης γενιάς αριπιπραζόλη (Abilify) έχουν δοκιμαστεί για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς ανορεξίας και έχουν μέτρια αποτελέσματα όσον αφορά την πρόσληψη βάρους, την ελάττωση των επίμονων σκέψεων γύρω από το φαγητό, της διέγερσης και του άγχους.

Ψυχογενής Βουλιμία

Περιεχόμενα

Ποια είναι η εικόνα της διαταραχής
Επιδημιολογικά στοιχεία
Αιτιολογία
Θεραπεία – Αντιμετώπιση

Ποια είναι η εικόνα της ψυχογενούς βουλιμίας

Τα κριτήρια για την διάγνωση της διαταραχής είναι τα παρακάτω:

– Επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας.
Ως επεισόδιο υπερφαγίας ορίζεται η κατανάλωση μίας ποσότητας φαγητού μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα χωρίς διαλείμματα που είναι σαφώς μεγαλύτερη απ’ αυτή που θα έτρωγαν οι περισσότεροι άνθρωποι στην ίδια χρονική διάρκεια και υπό τις ίδιες συνθήκες. Επίσης αυτή η κατανάλωση τροφής συνοδεύεται από αίσθημα έλλειψης ελέγχου του ατόμου επί της ποσότητας και του είδους των τροφών που τρώει.

– Τα επεισόδια υπερφαγίας ακολουθούνται από αντισταθμιστικές συμπεριφορές που έχουν ως σκοπό να εμποδίσουν την πρόσληψη βάρους όπως πρόκληση εμέτου, κατάχρηση καθαρτικών, χρήση ενεμάτων, λήψη διουρητικών, νηστεία, υπερβολική σωματική άσκηση. Ας σημειωθεί ότι αυτές οι τακτικές κατά κανόνα σχεδόν έχουν ως επιπλέον κίνητρο -πέραν της αποτροπής απόκτησης βάρους- και την αυτοτιμωρία του ατόμου που νοιώθει ενοχές για το επεισόδιο υπερφαγίας.

-Υπάρχουν τουλάχιστον δύο επεισόδια υπερφαγίας ακολουθούμενα από τις παραπάνω αντισταθμιστικές συμπεριφορές ανά εβδομάδα και επί τουλάχιστον 3 συνεχόμενους μήνες.

– Η αυτοεκτίμηση του ατόμου επηρεάζεται σε υπερβολικό βαθμό από το βάρος του σώματός του.

– Όλα τα παραπάνω δεν συμβαίνουν αποκλειστικά κατά την διάρκεια μιας περιόδου όπου πληρούνται τα κριτήρια για την διάγνωση ψυχογενούς ανορεξίας.

Υπάρχουν δύο τύποι ψυχογενούς βουλιμίας, ο τύπος της κάθαρσης και ο τύπος της μη κάθαρσης.

Στον τύπο της κάθαρσης το άτομο ακολουθεί συστηματικά τακτικές κάθαρσης όπως πρόκληση εμέτου και μη ενδεδειγμένη χρήση καθαρτικών, ενεμάτων και διουρητικών.

Στον τύπο της μη κάθαρσης το άτομο δεν ακολουθεί συστηματικά τακτικές κάθαρσης, αλλά κυρίως άλλες ακατάλληλες μεθόδους όπως νηστεία και υπερβολική σωματική άσκηση.

Τα άτομα με ψυχογενή βουλιμία τρώνε γρήγορα μεγάλες ποσότητες τροφών που συνήθως είναι γλυκές και δεν χρειάζονται μάσηση ή είναι εύκολο να μασηθούν όπως κρέμες, παγωτά, μιλκσέικ, κέικ, μπισκότα, κουλουράκια κ.λπ.. Αυτή τη συμπεριφορά την εκδηλώνουν συνήθως κρυφά από τους άλλους και δεν σταματούν παρά μόνο αν αισθανθούν έντονη γαστρική δυσφορία ή πόνο στο στομάχι ή κάποιος τα διακόψει ή τα πάρει ο ύπνος.

Συνήθως, στο 80% – 90% των περιπτώσεων, αφού τελειώσει το επεισόδιο υπερφαγίας προκαλούν έμετο στον εαυτό τους επίσης προσπαθώντας να μην τα αντιληφθούν οι άλλοι. Στην τυπική ψυχογενή βουλιμία τα σημαντικότερα κίνητρα της πρόκλησης εμέτου είναι η παρεμπόδιση πρόσληψης βάρους και οι ενοχές για το επεισόδιο υπερφαγίας και όχι η ανακούφιση από την γαστρική δυσφορία.
Όσα άτομα πάσχουν από ψυχογενή βουλιμία έχουν συνήθως βάρος εντός των φυσιολογικών ορίων, αν και συνήθως αισθάνονται ότι είναι παχύσαρκα σε αντιαισθητικό βαθμό (διαταραχή της αντίληψης της εικόνας του σώματος).

Επιδημιολογικά στοιχεία

Το 90 % όσων πάσχουν από ψυχογενή βουλιμία είναι γυναίκες. Οι ηλικίες όπου εμφανίζεται για πρώτη φορά η διαταραχή είναι η όψιμη εφηβεία και η πρώιμη ενήλικη ζωή. Περίπου το 1% έως 3% των θηλέων ατόμων θα εμφανίσουν την διαταραχή στη διάρκεια της ζωής τους.

Αιτιολογία της ψυχογενούς βουλιμίας

(Πριν διαβάσετε την αιτιολογία της ψυχογενούς βουλιμίας, είναι καλό να έχετε διαβάσει πρώτα την αιτιολογία της ψυχογενούς ανορεξίας, γιατί υπάρχουν κοινά σημεία).

Αναφορικά με βιολογικούς παράγοντες που πιθανόν να ευθύνονται για την εμφάνιση της ψυχογενούς βουλιμίας δεν υπάρχουν αρκετά ισχυρές ενδείξεις.

Όσον αφορά τα μη βιολογικά αίτια, αυτά στην ουσία τους είναι τα ίδια μ’ εκείνα της ψυχογενούς ανορεξίας, δηλαδή αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό που για να μείνουν απωθημένες μαζί με τα πολύ επώδυνα συναισθήματα που αυτές προκαλούν, επινοείται ένας ορατός και αντιμετωπίσιμος εχθρός, η παχυσαρκία.

Ωστόσο υπάρχουν κάποιες διαφορές με την ψυχογενή ανορεξία που αξίζει να σημειωθούν. Τα άτομα με ψυχογενή βουλιμία έχουν συνήθως πιο καθολική χαμηλή αυτοεκτίμηση, δηλαδή δεν έχουν μόνο πεποιθήσεις του τύπου «δεν είμαι καλή, δεν αξίζω να μ’ αγαπούν, δεν αξίζω να με σέβονται, δεν αξίζω να με υπολογίζουν κ.λπ.», αλλά και του τύπου «είμαι αδύναμη, είμαι ανήμπορη, είμαι ανίκανη» κ.λπ.. Αυτό σημαίνει ότι δεν αισθάνονται την ίδια ικανότητα να ελέγξουν τον εαυτό τους όσον αφορά ένα αυστηρό πρόγραμμα διατροφής όπως τα ανορεκτικά άτομα.

Προσπαθούν όπως και οι ανορεκτικές πάσχουσες να συγκρατήσουν τον εαυτό τους από το να φάνε και προσπαθούν να καταπιέζουν όσο μπορούν την ανάγκη τους για φαγητό η οποία δεν είναι μόνο διατροφική, αλλά και σε μεγάλο βαθμό συναισθηματική· (η κατανάλωση φαγητού υποκαθιστά την ανάγκη του ατόμου για αγάπη και τρυφερότητα, τόσο λόγω της ευχαρίστησης και του αισθήματος ασφάλειας που δίνει όσο και γιατί συνειρμικά, οι πρώτες μας εμπειρίες αγκαλιάς και τρυφερότητας ως βρέφη είναι στενά συνδεδεμένες με το τάισμα).

Όμως σε κάποια στιγμή, από την πολλή καταπίεση αυτών των αναγκών (διατροφικής και συναισθηματικής), αυτές διογκώνονται σε υπέρμετρο βαθμό και οι πάσχουσες από ψυχογενή βουλιμία πάνε στο άλλο άκρο, με αποτέλεσμα τα επεισόδια υπερφαγίας.

Τα ανορεκτικά άτομα επίσης όπως είδαμε μπορεί να έχουν τέτοια επεισόδια (στον τύπο υπερφαγίας/ κάθαρσης), όμως γενικά τα καταφέρνουν πιο καλά να συγκρατούν τελείως τον εαυτό τους λόγω του ότι εκείνα δεν έχουν αρκετά έντονες αρνητικές πεποιθήσεις γύρω από την ικανότητά τους να καταφέρνουν πράγματα (εν προκειμένω να τηρήσουν ένα αυστηρό πρόγραμμα διατροφής). Αντίθετα τρέφουν αντισταθμιστικά πεποιθήσεις τύπου «είμαι άξια», «είμαι ικανή», «είμαι δυνατή» κ.λπ. και έχουν υψηλές απαιτήσεις από τους εαυτούς τους όχι μόνο στο θέμα της διατροφής αλλά και στους άλλους τομείς της ζωής.

Θεραπεία – Αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας

Ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας

Σε γενικές γραμμές ισχύουν τα ίδια που είπαμε και για τη θεραπεία της ψυχογενούς ανορεξίας (βλ. παραπάνω). Δηλαδή χρειάζεται η απελευθέρωση του ατόμου από τις αρνητικές πεποιθήσεις που συντηρεί υποσυνείδητα κυρίως για τον εαυτό του, αφού φυσικά πρώτα τις κάνει συνειδητές και τις αναγνωρίσει.

Πάντως τα άτομα με ψυχογενή βουλιμία, πέραν από τις υποσυνείδητες, συνήθως έχουν και συνειδητές αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό τους, δηλαδή γνωρίζουν ως ένα βαθμό έστω ότι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση· (σε αντίθεση με τα άτομα που πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία τα οποία όπως είπαμε συνήθως συνειδητά διατηρούν μία υψηλή αυτοεκτίμηση και έχουν υψηλές απαιτήσεις από τους εαυτούς τους).

Φαρμακευτική αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας

Τα αντικαταθλιπτικά μίας συγκεκριμένης κατηγορίας είναι αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας (τα αποκαλούμε «αντικαταθλιπτικά» γιατί αυτή ήταν η πρώτη και κύρια ένδειξή τους).

Πρόκειται για τους Εκλεκτικούς Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης (Selective Serotonin Reuptake Inhibitors – SSRI) και συγκεκριμένα για την φλουοξετίνη (πρωτότυπο σκεύασμα Ladose στην Ελλάδα και Prozac στις Η.Π.Α.) και την σερτραλίνη (Zoloft) που έχουν πάρει έγκριση από τον οργανισμό διαχείρισης τροφίμων και φαρμάκων των Η.Π.Α. (Food and Drugs Administration – FDA).

Άλλα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας όπως η παροξετίνη (Seroxat), η φλουβοξαμίνη (Dumyrox) η σιταλοπράμη (Seropram) και η εσιταλοπράμη (Cipralex) είναι πιθανό να βοηθούν κι αυτά αν και δεν έχουν πάρει έγκριση για την θεραπεία της ψυχογενούς βουλιμίας από τον FDA.

Το αντιεπιληπτικό φάρμακο τοπιραμάτη (Topamac) έχει βρεθεί ότι βελτιώνει τα συμπτώματα της ψυχογενούς βουλιμίας, δηλαδή περιορίζει σημαντικά τη συχνότητα των επεισοδίων υπερφαγίας και των τακτικών κάθαρσης.

Πάντως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η φαρμακευτική αντιμετώπιση βελτιώνει τα συμπτώματά της ψυχογενούς βουλιμίας, αλλά δεν θεραπεύει την αιτία της. Αυτό σημαίνει ότι η διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής συχνά ακολουθείται από υποτροπή των επεισοδίων ψυχογενούς βουλιμίας. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι μηχανισμοί απώθησης των αρνητικών πεποιθήσεων για τον εαυτό και των αντίστοιχων επώδυνων συναισθημάτων αναλαμβάνουν την ισχύ τους, σε συνδυασμό με την απομάκρυνση στρεσογόνων παραγόντων. Πράγματι, οι πάσχοντες κατά την περίοδο της φαρμακοθεραπείας είναι πιθανό να εκμεταλλευθούν τη βελτίωση της ψυχικής τους κατάστασης ώστε να επιφέρουν κάποιες θετικές αλλαγές στη ζωή τους οι οποίες μένουν και μετά την διακοπή της θεραπείας.

Τέτοιες αλλαγές μπορεί να είναι η έναρξη εργασίας, η εύρεση μίας καλύτερης θέσης εργασίας, η έναρξη μίας συντροφικής σχέσης ή η διακοπή μίας προβληματικής σχέσης και ίσως η έναρξη μίας νέας πιο καλής, η βελτίωση των σχέσεων στην οικογένεια ή των κοινωνικών σχέσεων, η υιοθέτηση και η εμπέδωση ενός πιο θετικού και αισιόδοξου τρόπου σκέψης, παράγοντες όλοι που διορθώνουν άμεσα και έμμεσα την αυτοεκτίμηση.

Η βελτίωση των συνθηκών ζωής είναι αναμενόμενη πιο πολύ από τη χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων που επηρεάζουν την ψυχική κατάσταση του ατόμου και όχι τόσο από τη χρήση του αντιεπιληπτικού το οποίο αν δεν ακολουθηθεί από υποτροπή θα είναι μάλλον επειδή απλά ανέλαβαν την ισχύ τους οι μηχανισμοί απώθησης του ατόμου.

ΠΑΝΩ

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας αποδεχτείτε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την πολιτική cookie.

Ρυθμίσεις απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπο, μπορεί να αποθηκεύσει ή να ανακτήσει πληροφορίες στο πρόγραμμα περιήγησής σας, κυρίως με τη μορφή cookie. Ελέγξτε τις προσωπικές σας υπηρεσίες cookie εδώ.

Αυτά τα cookies είναι απαραίτητα για να λειτουργήσει ο ιστότοπος και δεν μπορεί να απενεργοποιηθεί στα συστήματά μας.

Για τη χρήση αυτού του ιστότοπου χρησιμοποιούμε τα παρακάτω cookies που απαιτούνται από τεχνική άποψη
  • wordpress_test_cookie
  • wordpress_logged_in_
  • wordpress_sec

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες