Ψυχοφάρμακα: Όσα θα θέλατε να μάθετε

Για να καταλάβουμε κατά πόσον τα ψυχοφάρμακα θεραπεύουν πραγματικά τις ψυχικές διαταραχές, θα πρέπει πρώτα να πούμε δύο λόγια αφ’ ενός μεν για το τι σημαίνει πραγματική θεραπεία σε αντίθεση με την συμπτωματική θεραπεία, αφ’ ετέρου δε για τις αιτίες των ψυχικών διαταραχών.

Πραγματική θεραπεία μίας διαταραχής (ψυχικής ή σωματικής) είναι η άρση του γενεσιουργού αιτίου της διαταραχής. Για παράδειγμα, αν κάποιος αρρωστήσει από πνευμονία επειδή μολύνθηκε από το βακτηρίδιο «πνευνονιόκοκκος», πραγματική θεραπεία είναι η εκρίζωση του βακτηριδίου αυτού από τον οργανισμό του όπως συμβαίνει με την θεραπεία με πενικιλίνη.

Συμπτωματική θεραπεία από την άλλη μεριά είναι να αμβλύνουμε τα συμπτώματα της πνευμονίας π.χ. τον πυρετό με αντιπυρετικά φάρμακα και τον πόνο με παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη. (Ασφαλώς υπάρχουν και μη φαρμακευτικές μέθοδοι συμπτωματικής θεραπείας, όπως κρύες κομπρέσες για τον πυρετό, κουβέρτες και ζεστό περιβάλλον για τα ρίγη και τις κρυάδες, ολοήμερη ανάπαυση και εύπεπτη και καλή διατροφή για την σωματική εξάντληση κ.λπ., αλλά εδώ για να κρατήσουμε τον παραλληλισμό με τα ψυχοφάρμακα, αναφερόμαστε μόνο στις φαρμακευτικές).

Αν ήμασταν σίγουροι ότι οι ψυχικές διαταραχές έχουν ως γενεσιουργό αίτιο κάποια ανωμαλία στις χημικές ουσίες με τις οποίες λειτουργεί ο εγκέφαλος και ότι τα ψυχοφάρμακα διορθώνουν όντως αυτήν ακριβώς την ανωμαλία, τότε ναι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα ψυχοφάρμακα προσφέρουν πραγματική θεραπεία.

Όμως οι παραπάνω υποθέσεις απέχουν πολύ από το να είναι αλήθεια – αν όχι σε όλες, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Στην πραγματικότητα όλα τα συναισθήματά μας και όλες οι συμπεριφορές μας (εντός ή εκτός των ορίων του «φυσιολογικού») διενεργούνται μέσα από χημικές μεταβολές στον εγκέφαλο.

Κάποιος ναι μεν χαίρεται επειδή γεννήθηκε το παιδί του και γίνεται πολύ ομιλητικός και γενναιόδωρος στην συμπεριφορά του, αλλά η χαρά του και οι τάσεις που ρυθμίζουν αυτές τις συμπεριφορές αναγκαστικά περνούν μέσα από χημικές μεταβολές στον εγκέφαλο για να δημιουργηθούν.

Και κάποιος ναι μεν στενοχωριέται και έχει συμπεριφορά απόσυρσης φυσιολογικά, (επειδή π.χ. πέθανε κάποιος αγαπημένος του) ή στα πλαίσια μίας ψυχικής διαταραχής, αλλά αυτή η στενοχώρια και αυτή η συμπεριφορά αντιστοιχεί οπωσδήποτε σε μεταβολές στην παραγωγή και έκκριση ουσιών στον εγκέφαλο.

Μπορούμε λοιπόν να επέμβουμε φαρμακευτικά στο επίπεδο των ουσιών στον εγκέφαλο και να αμβλύνουμε την στενοχώρια κάποιου ή να του προκαλέσουμε ευχάριστα συναισθήματα, αλλά αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι επηρεάσαμε το πραγματικό γενεσιουργό αίτιο της ψυχικής του κατάστασης και της συμπεριφοράς του.

Και ποιο είναι αυτό το πραγματικό γενεσιουργό αίτιο; Όσον αφορά τις «φυσιολογικές» ψυχικές αντιδράσεις και συμπεριφορές, θα έλεγε κάποιος ότι αυτό είναι το εκάστοτε εξωτερικό γεγονός, όπως λ.χ. στο παραπάνω παράδειγμα η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.

Όσον αφορά τις ψυχικές διαταραχές και σύμφωνα με διάφορα ψυχολογικά μοντέλα, θα λέγαμε ότι οι γενεσιουργές αιτίες των «παθολογικών» ψυχικών αντιδράσεων και συμπεριφορών είναι τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ζωής.

Σύμφωνα όμως με το γνωσιακό μοντέλο ερμηνείας των ψυχικών αντιδράσεων και συμπεριφορών, οι πραγματικές γενεσιουργές αιτίες τόσο των φυσιολογικών όσο και των παθολογικών αντιδράσεων και συμπεριφορών είναι οι πεποιθήσεις που έχει διαμορφώσει το άτομο γύρω από τον εαυτό του και τον κόσμο, μέσα από την αλληλεπίδραση των εμπειριών του (κυρίως της παιδικής του ηλικίας) και γενετικά καθοριζόμενων παραγόντων που διέπουν ψυχικές λειτουργίες.

Κατ’ αυτήν την θεωρία, στον βαθμό που υπάρχει ένα φυσιολογικό γενετικά προφίλ (δηλαδή στη συντριπτική πλειοψηφία, ίσως και το 90% περίπου των ψυχικών διαταραχών), ακόμα και οι «παθολογικές» ψυχικές αντιδράσεις και συμπεριφορές είναι φυσιολογική απάντηση σε ερεθίσματα. Μόνο που επειδή αυτά τα ερεθίσματα χάνονται στο βάθος του παρελθόντος χρόνου, δίνεται η εντύπωση του «παθολογικού».

Δηλαδή για παράδειγμα, η αντίδραση κάποιου που στενοχωριέται υπερβολικά επειδή έπαθε μία μικρή ζημιά ή και χωρίς ιδιαίτερη αφορμή, φαίνεται παθολογική, γιατί στο παρόν δεν υπάρχει προφανής αιτία που να δικαιολογεί την αντίδρασή του. Όμως στην ουσία η αντίδρασή του είναι εμμέσως φυσιολογική απάντηση σε τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος.

Να πώς: Αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν μέσα από μία φυσιολογική διαδικασία αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του και τον κόσμο οι οποίες ως αφανής, υποσυνείδητος παράγων καθορίζουν στο παρόν τις φαινομενικά παθολογικές ψυχικές του αντιδράσεις.

[Αυτή η θεωρία, τροποποιημένη ώστε να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις πεποιθήσεις γύρω από τον εαυτό, διατρέχει κατ’ ουσίαν όλα τα άρθρα σ’ αυτό το site και περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στα άρθρα «Ποια είναι η πραγματική αιτία που νοιώθουμε δυσάρεστα συναισθήματα» , «Ποια είναι η αιτία των ψυχικών διαταραχών» και «Όποιος έχει υπερβολικές αντιδράσεις, είναι παράξενος, ιδιότροπος, ψυχικά διαταραγμένος κ.λπ.» από την ενότητα «μύθοι προς διερεύνηση»].

Ώστε λοιπόν τα ψυχοφάρμακα επεμβαίνουν στο επίπεδο των νευροδιαβιβαστών (ουσίες που ρυθμίζουν τις λειτουργίες του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένων και των ψυχικών), χωρίς όμως αυτή να είναι η πραγματική γενεσιουργός αιτία της ψυχικής διαταραχής.

Γι αυτό και αν άρουμε αυτήν την επίδραση, το πρόβλημα θα επανέλθει, όπως πράγματι πολύ συχνά συμβαίνει με την υποτροπή ψυχικών διαταραχών μετά την διακοπή της ψυχοφαρμακευτικής αγωγής.

Όμως και στις περιπτώσεις όπου θα μπορούσαμε να πούμε με σχετική βεβαιότητα ότι η πραγματική γενεσιουργός αιτία είναι όντως μία ανωμαλία εξ’ αρχής σε επίπεδο ουσιών στον εγκέφαλο, τα ψυχοφάρμακα απέχουν πολύ από το να διορθώνουν αυτήν την ανωμαλία με ακρίβεια. Περισσότερο θα λέγαμε ότι επεμβαίνουν μ’ έναν μάλλον χονδροειδή τρόπο σ’ ένα σύστημα αφάνταστα περίπλοκο και ντελικάτο όπως είναι το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Ας φέρουμε ένα πάρα πολύ απλουστευμένο έως απλοϊκό, αλλά αρκετά κατατοπιστικό παράδειγμα για το πώς περίπου λειτουργούν τα ψυχοφάρμακα. (Ούτως ή άλλως ο τρόπος λειτουργίας των ψυχοφαρμάκων είναι ακόμα και μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό σκοτεινός, αφού οι θεωρίες γύρω απ’ αυτό το θέμα τις περισσότερες φορές έχουν εσωτερικές αντιφάσεις και είναι ατελείς).

Είναι λοιπόν σαν να χάνουμε πολύ νερό από μία βρύση στον νιπτήρα μας, και επειδή δεν έχουμε τις ειδικές γνώσεις ώστε να διορθώσουμε αυτήν ακριβώς την βρύση, να μισο-κλείνουμε την στρόφιγγα παροχής νερού στο μπάνιο για να ελαττώσουμε την διαρροή. Είναι μία λύση, αναμφισβήτητα πολύ καλύτερη από το να μην κάναμε τίποτα. Όμως έτσι θα έχουμε και παρενέργειες: θα έχουμε λιγότερη παροχή νερού όποτε το χρειαζόμαστε στη βρύση του νιπτήρα, όχι όμως μόνο σ’ αυτή, αλλά και στο ντους και στο καζανάκι.

Κάπως έτσι «διορθώνουν» τα ψυχοφάρμακα τις όποιες ανωμαλίες στην παραγωγή και έκκριση ουσιών που ρυθμίζουν τις ψυχικές λειτουργίες του εγκεφάλου, γι αυτό άλλωστε και έχουν παρενέργειες. Βέβαια, οφείλουμε να πούμε πως τα νεώτερα ψυχοφάρμακα διαφέρουν από τα παλαιότερα στο ότι είναι πιο ειδικά στην δράση τους και έτσι έχουν αισθητά λιγότερες παρενέργειες.

Όπως αναπτύξαμε στην προηγούμενη παράγραφο, τα ψυχοφάρμακα δεν προσφέρουν πραγματική θεραπεία, ωστόσο χρειάζεται να τονιστεί πως αυτό απέχει παρασάγγας από το να καταργήσει την αξία και την χρησιμότητά τους όπως θα εξηγήσουμε αμέσως παρακάτω.

• Κατ’ αρχήν αξίζει να τονιστεί πως γενικά στην ιατρική, σε κάθε ειδικότητα, τα φάρμακα τις περισσότερες φορές δεν προσφέρουν πραγματική θεραπεία με την έννοια που το ορίσαμε πιο πάνω, της εκρίζωσης του γενεσιουργού αιτίου της ασθένειας.

• Υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις* όπου τα ψυχοφάρμακα δίνουν μία λύση παρέχοντας πολύ καλύτερη ποιότητα ζωής στον ψυχικώς πάσχοντα και όπου χωρίς αυτά, πληθώρα ανθρώπων με ψυχολογικά προβλήματα θα υπέφεραν επί μακρά χρονικά διαστήματα ή και ισόβια.

Σε άλλες πάλι περιπτώσεις* η προσωρινή ή η επ’ αόριστον λήψη τους καθιστά εφικτή την ευεργετική επίδραση μίας (παράλληλης) ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης που διαφορετικά θα ήταν αδύνατη.

(*Βλ. παρακάτω στην ερώτηση «Σε ποιες περιπτώσεις είναι αναγκαία τα ψυχοφάρμακα;»)

• Παρ’ όλο που τα ψυχοφάρμακα δεν προσφέρουν πραγματική θεραπεία, η βελτίωση των συμπτωμάτων του ψυχικώς πάσχοντος, δεν αποκλείεται να συνεχιστεί επί μακρόν ή και ισόβια και μετά την διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής για δύο βασικούς λόγους.

• Ο ένας λόγος είναι ότι δίνουν τον χρόνο στον πάσχοντα να αναλάβουν οι μηχανισμοί ψυχικής άμυνας που διαθέτει, ώστε να απωθήσει τα βαθύτερα αίτια της ψυχικής του διαταραχής. Αυτό φυσικά εξακολουθεί να μην είναι πραγματική θεραπεία, αλλά εξηγεί πώς σε αρκετές περιπτώσεις η διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής δεν οδηγεί σε υποτροπή της ψυχικής διαταραχής που για τους περισσότερους είναι το μόνο ζητούμενο.

• Ο άλλος λόγος που μπορεί η βελτίωση που επέφεραν τα ψυχοφάρμακα να συνεχιστεί μετά την διακοπή τους, είναι ότι σε μερικές περιπτώσεις ανοίγουν τον δρόμο για μία θεραπεία πραγματική ή που πλησιάζει την πραγματική.

Είναι οι περιπτώσεις όπου η βελτίωση της ψυχικής κατάστασης που προκαλούν τα ψυχοφάρμακα σε επίπεδο ανακούφισης από τα συμπτώματα, δίνει στον άνθρωπο που υποφέρει ψυχικά την ευκαιρία να κάνει αλλαγές στην ζωή του τις οποίες διαφορετικά δεν θα μπορούσε να κάνει.

Για παράδειγμα μπορεί να πιάσει μία δουλειά εκεί που δεν είχε διάθεση να ψάξει καν, ή να αλλάξει αυτήν που είχε και η οποία τον δυσαρεστούσε ή να βρει την όρεξη και την ψυχική άνεση για να κάνει μία συντροφική σχέση ή να βρει το κουράγιο να διακόψει μία σχέση που τον έφθειρε ψυχικά, να βρει το θάρρος να ανοιχτεί κοινωνικά ή να διεκδικήσει κάποια δικαιώματά του κ.λπ..

Η βελτίωση λοιπόν τέτοιων παραγόντων στη ζωή του θα έχει ουσιαστική ευεργετική επίδραση επάνω του και μετά την διακοπή των φαρμάκων, έτσι ώστε τελικά να έχει επιτευχθεί μία πιο πραγματική θεραπεία απ’ αυτή που αφορά μόνο στα συμπτώματα.

Ακόμα, η λήψη των ψυχοφαρμάκων με την βελτίωση της ψυχικής διάθεσης που επιφέρει, οδηγεί και σε έναν λιγότερο αρνητικό τρόπο σκέψης τον ψυχικώς πάσχοντα. Αυτός ο τρόπος υιοθετείται σταδιακά και παραμένει και μετά την διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής, κάτι που καθιστά ακόμα πιο ουσιαστική και πραγματική την θεραπεία του προβλήματός του.

Τα παραπάνω ισχύουν ειδικά όταν η φαρμακευτική αγωγή ακολουθηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα (τουλάχιστον ένα έτος) ώστε να δοθεί χρόνος να επέλθουν οι εξωτερικές και εσωτερικές αλλαγές στις οποίες αναφερθήκαμε. Σ’ αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι τα ποσοστά υποτροπής μετά την διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής είναι μικρότερα όταν η αγωγή έχει κρατήσει περισσότερο χρόνο.

Όπως είδαμε, τα ψυχοφάρμακα δεν προσφέρουν πραγματική θεραπεία, αλλά συμπτωματική. Δηλαδή συνήθως αφήνουν τα πραγματικά γενεσιουργά αίτια της ψυχικής διαταραχής ανέπαφα.

Ως εκ τούτου ισχύει ότι τα ψυχοφάρμακα μπορούν να φέρουν μία βελτίωση της ψυχικής κατάστασης του ψυχικώς πάσχοντος, καλύπτοντας, χωρίς όμως να αίρουν τις βαθύτερες αιτίες των ψυχολογικών του προβλημάτων. Αιτίες που μπορούν να αναζητηθούν τόσο στις συνθήκες της ζωής του όσο και στον τρόπο αντίληψης του εαυτού του και του κόσμου που έχει υιοθετήσει μέσα από τις εμπειρίες του, ιδίως των πρώτων χρόνων της ζωής του.

[Εξαίρεση -όπως είπαμε απαντώντας στην αμέσως παραπάνω ερώτηση- είναι η περίπτωση όπου χάρη στην ψυχική ανακούφιση που προσφέρουν τα ψυχοφάρμακα, διενεργούνται κάποιες ουσιαστικές αλλαγές, εσωτερικές και εξωτερικές στην ζωή του ψυχικώς πάσχοντος].

Πολλές φορές ο ψυχικός πόνος που συνοδεύει την όποια ψυχική διαταραχή μπορεί να αποτελέσει ισχυρό κίνητρο (ίσως το μόνο αρκετά ισχυρό) για την ψυχική εξέλιξη του ανθρώπου, την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του, την ωρίμανσή του, την προσέγγιση της αληθινής, ανεξάρτητης από τις συνθήκες ευτυχίας, που είναι και η πιο βαθιά επιθυμία του.

Είναι αλήθεια λοιπόν ότι στον βαθμό που τα ψυχοφάρμακα ανακουφίζουν την ψυχική δυσφορία μέσω της συγκάλυψης των πραγματικών της αιτιών, αφαιρείται το κίνητρο για ψυχική εξέλιξη και ως εκ τούτου χάνεται η ευκαιρία για κάτι τέτοιο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου κάποιος έχει αρκετά συνειδητά την επιθυμία για κάτι τέτοιο.

Για περισσότερα πάνω σ’ αυτό το θέμα μπορείτε να ανατρέξετε στο άρθρο «Σύγκριση μεταξύ ψυχοθεραπείας και ψυχοφαρμάκων αναλυτικά» – Παράγραφος “Κατά πόσο το ψυχολογικό πρόβλημα γίνεται ευκαιρία για ψυχική εξέλιξη”.

Αρκετοί άνθρωποι που λαμβάνουν ψυχοφαρμακευτική αγωγή κατατρύχονται από ένα είδος ενοχής ότι δεν θα έπρεπε να την λαμβάνουν γιατί θα έπρεπε να προσπαθήσουν μόνοι τους να λύσουν το ψυχολογικό τους πρόβλημα και ότι αυτό δείχνει ότι δεν έχουν την δύναμη να θεραπεύσουν τον εαυτό τους.

Δηλαδή σε αντίθεση με τις διαταραχές της σωματικής υγείας όπου κάποιος παίρνει την φαρμακευτική του αγωγή χωρίς να νοιώθει ότι θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του, στο θέμα της ψυχικής διαταραχής αυτό μερικές φορές δεν ισχύει.

Πολλές φορές τα ψυχοφάρμακα είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση μίας ψυχικής διαταραχής είτε από μόνα τους είτε σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι προφανές ότι δεν είναι δείγμα αδυναμίας το να λαμβάνει κάποιος ψυχοφαρμακευτική αγωγή.

Υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος μπορεί όντως να ξεπεράσει τα ψυχολογικά του προβλήματα χωρίς ψυχοφάρμακα, είτε όπως συνήθως με την βοήθεια ψυχοθεραπευτή είτε μόνος του. Ακόμα όμως και αν καταφεύγει στα ψυχοφάρμακα παρ’ όλο που η περίπτωσή του είναι τέτοια, σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό δείγμα ότι είναι αδύναμος.

Είναι απλά δείγμα ότι πιστεύει πως είναι αδύναμος να τα αντιμετωπίσει ή ότι δεν έχει καν επαρκή πληροφόρηση για εναλλακτικούς τρόπους πραγματικής θεραπείας που λειτουργούν στην πράξη.

Τα ψυχοφάρμακα έχουν ενδείξεις σε διάφορες ψυχικές διαταραχές. Επομένως όταν κάποιος λαμβάνει ψυχοφάρμακα με συνταγή ψυχιάτρου, σημαίνει ότι υποφέρει από κάποια ψυχική διαταραχή, τυπική [1] ή άτυπη (ανεπίσημες ενδείξεις).

[1] Τυπικές ψυχικές διαταραχές είναι αυτές για τις οποίες έχουν προταθεί συγκεκριμένα κριτήρια διάγνωσης σύμφωνα με διαγνωστικά συστήματα όπως το DSM (Diagnostic and Statistical Manual of mental disorders – από τον Αμερικανικό Ψυχιατρικό Σύλλογο) και το ICD (International statistical Classification of Diseases and related health problems από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας). Ωστόσο υπάρχει ένα τεράστιο ποσοστό ίσως και 50% ανθρώπων ψυχικά μη υγειών (με την έννοια ότι δεν απολαμβάνουν ψυχική ευεξία και ομαλές σχέσεις με τους άλλους στην καθημερινότητά τους) με κλινική εικόνα που δεν ταιριάζει σε καμία τυπική ψυχική διαταραχή. Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαμε να πούμε ότι υποφέρουν από κάποια άτυπη ψυχική διαταραχή (ή όπως το θέτουν τα ίδια τα διαγνωστικά συστήματα «ψυχική διαταραχή που προσομοιάζει με κάποια τυπική, αλλά δεν κατατάσσεται σ’ αυτήν την διάγνωση.

Ωστόσο η εξίσωση του όρου «ψυχική διαταραχή» με τον όρο «ψυχική ασθένεια» είναι τις περισσότερες φορές άστοχη και γι αυτό ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου που παίρνει ψυχοφάρμακα ως «ασθενούς» τις περισσότερες φορές δεν είναι σωστός.

Για περισσότερα πάνω σ’ αυτό το θέμα, μπορείτε να ανατρέξετε στο άρθρο «Είναι η ψυχική διαταραχή ασθένεια, και ποια η αξία της ψυχιατρικής διάγνωσης;»

Η αλήθεια είναι ότι μερικά από τα ψυχοφάρμακα προκαλούν σε ένα ποσοστό ασθενών (από 1% έως 35%) ενός βαθμού υπνηλία, ελάττωση της εγρήγορσης, ελάττωση της ικανότητας για συγκέντρωση και άμβλυνση των συναισθημάτων.

Όμως απέχει πολύ από την αλήθεια ότι κάνουν τον άνθρωπο «φυτό» ή «ζόμπι» (αρκεί φυσικά να χορηγούνται στις σωστές δοσολογίες) καθώς και ότι όλοι όσοι παίρνουν ψυχοφάρμακα θα νοιώσουν μία έκπτωση στην εγρήγορση και την ενεργητικότητά τους.

Επίσης εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων τέτοιου είδους παρενέργειες υποχωρούν μετά από λίγες μέρες ή το πολύ εβδομάδες θεραπείας και στην πολύ μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν εμφανίζονται καν. Στις περιπτώσεις που δεν υποχωρούν ή είναι από την αρχή ιδιαίτερα ενοχλητικές, υπάρχει η λύση της αλλαγής σε άλλο φάρμακο.

Υπάρχουν η ψυχική εξάρτηση και η σωματική εξάρτηση.

Η ψυχική εξάρτηση είναι η κατάσταση κατά την οποία αυτός που έχει εξαρτηθεί από ένα φάρμακο είναι απρόθυμος ή δυσκολεύεται να το διακόψει ακόμα κι αν το αποφασίσει, κι αυτό παρ’ όλο που η χρήση του δεν τον ωφελεί ή τον βλάπτει.

Η σωματική εξάρτηση υποδηλώνεται με την ανάπτυξη σωματικών ή και ψυχικών συμπτωμάτων κατά την απότομη διακοπή του φαρμάκου, ένα είδος δηλαδή συνδρόμου στέρησης. Αυτού όμως του είδους η εξάρτηση, σε αντίθεση με την ψυχική, δεν συνιστά ποτέ εμπόδιο για τον ασθενή να διακόψει τα φάρμακα. Διότι η σταδιακή ελάττωση της δόσης μέχρι την πλήρη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής γίνεται χωρίς δυσκολία και λύνει πλήρως το πρόβλημα αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν αναπτύσσεται σύνδρομο στέρησης.

Υπάρχουν ψυχοφάρμακα που προκαλούν κατά κανόνα ψυχική εξάρτηση όταν λαμβάνονται για πάνω από ένα μήνα. Αυτά είναι από τα αγχολυτικά φάρμακα οι βενζοδιαζεπίνες και όλα τα υπνωτικά φάρμακα, βενζοδιαζεπίνες και μη.

Σε γενικές γραμμές η ψυχική εξάρτηση που προκαλούν αυτά τα φάρμακα δεν είναι ισχυρή. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν δυσκολεύονται να απεξαρτηθούν (μέσω σταδιακής διακοπής) απ’ αυτά τα φάρμακα όταν το αποφασίσουν. Εντούτοις υπάρχουν και αρκετοί που το βρίσκουν δύσκολο και άλλοι που δεν το αποφασίζουν καν.

Πέραν αυτών των δύο κατηγοριών ψυχοφαρμάκων, κανένα από τα υπόλοιπα δεν προκαλεί κατά κανόνα ψυχική εξάρτηση στην συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών. Υπάρχει όμως μία μικρή μερίδα ασθενών που εξαρτώνται από την φαρμακευτική τους αγωγή υπό την έννοια ότι φοβούνται να την διακόψουν μήπως επανέλθουν τα συμπτώματα της ψυχικής τους διαταραχής.

Αναφορικά με την σωματική εξάρτηση, ισχύει για τα περισσότερα αν όχι όλα τα ψυχοφάρμακα ότι η απότομη διακοπή τους προκαλεί ένα είδος συνδρόμου στέρησης. Όπως είπαμε όμως πιο πάνω, αυτό δεν συνιστά λόγο ανησυχίας, αφού η σταδιακή ελάττωση της δόσης δίνει την λύση.

Τα περισσότερα ψυχοφάρμακα έχουν από συχνά έως λιγότερα συχνά αυτήν την παρενέργεια στον κατάλογο των παρενεργειών τους. Ο μηχανισμός που συμβαίνει αυτό δεν είναι απόλυτα διευκρινισμένος. Σε πολλές περιπτώσεις ευθύνεται η αύξηση της όρεξης για υδατάνθρακες και σε άλλες πιθανόν να εμπλέκεται μία επιβράδυνση του μεταβολισμού (των καύσεων του οργανισμού) η οποία οδηγεί σε αποθήκευση λίπους.

Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι όλοι οι ασθενείς θα πάρουν βάρος με μία ψυχοφαρμακευτική αγωγή. Μόνο ένα ποσοστό τους θα έχουν αυτήν την παρενέργεια το οποίο κυμαίνεται από κάτω του 2% έως 30% ανάλογα με το φάρμακο.

Αν κάποιος έχει γενικά επιρρέπεια στο να παίρνει βάρος ή ανησυχεί ιδιαίτερα απέναντι σ’ αυτό το ενδεχόμενο, είναι ευνόητο ότι θα αποφύγει κατά το δυνατόν τα φάρμακα που έχουν σε υψηλό ποσοστό αυτήν την παρενέργεια. Επίσης, επειδή όπως είπαμε συχνά η πρόσληψη βάρους οφείλεται στην αύξηση της όρεξης ιδίως στην αρχή της θεραπείας, αν ο ασθενής δείξει αυτοσυγκράτηση τις πρώτες εβδομάδες λήψης της φαρμακευτικής αγωγής, μπορεί να αποφύγει την αύξηση βάρους.

Είναι αλήθεια ότι κάθε ψυχοφάρμακο έχει μία μακριά λίστα από παρενέργειες. Ωστόσο χρειάζεται να γίνει σαφές ότι μόνο ένα μικρό μέρος απ’ αυτές είναι πολύ συχνές (πάνω από 10%) ή συχνές (πάνω από 1%).

Επομένως, κατ’ αρχήν θα πρέπει να πούμε οι πιθανότητες κάποιος να μην υποφέρει από καμία παρενέργεια κατά την λήψη της φαρμακευτικής αγωγής είναι υψηλή, ίσως φτάνει και το 60%.

Στο υπόλοιπο ποσοστό τις περισσότερες φορές οι παρενέργειες είναι υποφερτές και παρέρχονται μετά από λίγες μέρες ή εβδομάδες λήψης της φαρμακευτικής αγωγής.

Είναι μικρό το ποσοστό όπου οι παρενέργειες είναι ανυπόφορες από τον ασθενή ακόμα και για μικρό χρονικό διάστημα.

Λίγα είναι τα ψυχοφάρμακα που στην θεραπευτική τους δοσολογία ενέχουν κινδύνους για την υγεία του ασθενούς και γι αυτά τα λίγα οι πιθανότητες για σοβαρές παρενέργειες είναι σπάνιες.

Όλες πλην πολύ λίγων εξαιρέσεων οι παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων είναι αντιστρεπτές μετά την διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής. (Τυπική εξαίρεση είναι η όψιμη δυσκινησία [1], ένα νευρολογικό σύνδρομο που προκαλούν τα αντιψυχωτικά φάρμακα κυρίως τα παλαιότερα πρώτης γενιάς τα οποία πλέον δεν χρησιμοποιούνται ευρέως και πιθανόν το μεταβολικό σύνδρομο [2] που προκαλούν τα αντιψυχωτικά φάρμακα δεύτερης γενιάς).

[1] Όψιμη δυσκινησία είναι ένα νευρολογικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από ακούσιες γκριμάτσες και από ακούσιες κινήσεις συνήθως των χειλιών και της γλώσσας και λιγότερο συχνά από ακούσιες κινήσεις των άκρων ή του κορμού. Όταν αναπτύσσεται, αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές μετά από λήψη αντιψυχωτικών φαρμάκων για χρόνια, αν και μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα και μετά από μερικές εβδομάδες λήψης.

[2] Μεταβολικό σύνδρομο είναι ένα σύνδρομο που συνίσταται στην παρουσία τριών τουλάχιστον από τους εξής παράγοντες: παχυσαρκία εστιασμένη κυρίως στο κέντρο του κορμού, αυξημένη αρτηριακή πίεση, αυξημένα επίπεδα γλυκόζης και τριγλυκεριδίων και ελαττωμένα επίπεδα χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας (HDL) τον ορό του αίματος. Πρόκειται για παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα ανάπτυξης καρδιαγγειακής νόσου και ιδιαίτερα στεφανιαίας νόσου και διαβήτη.

Είναι πολύ διαδεδομένη η άποψη ότι υπάρχουν ελαφριά και βαριά ψυχοφάρμακα. Ίσως σ’ αυτό να έχουν συμβάλλει και μερικοί γιατροί οι οποίοι προκειμένου να πείσουν τους ασθενείς τους να πάρουν μία ψυχοφαρμακευτική αγωγή, την χαρακτηρίζουν ως «ελαφριά».

Προφανώς ως «ελαφρύ» φάρμακο θα θεωρούσαμε ένα φάρμακο που έχει μικρή αποτελεσματικότητα (προοριζόμενο αντίστοιχα για «ελαφριές», δηλαδή ήπιες περιπτώσεις ψυχικής διαταραχής) και λίγες ή ασήμαντες παρενέργειες. Ως «βαρύ» αντίθετα, θα χαρακτηρίζαμε ένα φάρμακο με μεγάλη αποτελεσματικότητα (προοριζόμενο αντίστοιχα για «βαριές», δηλαδή σοβαρές περιπτώσεις ψυχικής διαταραχής) αλλά και πολλές και πιο σημαντικές παρενέργειες.

Σε γενικές γραμμές, όλα τα ψυχοφάρμακα, σε κάθε κατηγορία έχουν αποδειχθεί ίσης αποτελεσματικότητας μεταξύ τους. Οπότε απ’ αυτήν την άποψη δεν υπάρχουν ελαφριά και βαριά ψυχοφάρμακα.

Όσον αφορά τώρα τις παρενέργειες, υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στα παλιότερα (ας πούμε προ της δεκαετίας του ’90) και τα νεώτερα ψυχοφάρμακα. Τα νεώτερα ψυχοφάρμακα έχουν λιγότερες παρενέργειες από τα παλιότερα και απ’ αυτήν την άποψη είναι πιο «ελαφριά» από τα παλιά.

Όμως καθώς τα παλιότερα ψυχοφάρμακα έχουν πέσει σε μία σχετική αχρηστία, πάλι η διάκριση μεταξύ ελαφριών και βαριών ψυχοφαρμάκων ανάμεσα στα ευρέως χρησιμοποιούμενα στην κλινική πράξη, είναι άστοχη και από της πλευράς των παρενεργειών τους.

Ώστε δεν υπάρχουν στην πράξη ελαφριά και βαριά ψυχοφάρμακα. Και θα αναρωτηθεί ίσως κάποιος, μα είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται τόσο οι ελαφριές όσο και οι βαριές περιπτώσεις ψυχικής διαταραχής με της ίδιας βαρύτητας φάρμακα;

Ως ένα βαθμό, ναι αυτό ισχύει.

Ως έναν άλλο βαθμό όμως ισχύει ότι ναι μεν δεν υπάρχουν «ελαφριά» και «βαριά» μεμονωμένα ψυχοφάρμακα, θα μπορούσαμε όμως σύμφωνα με τους παραπάνω ορισμούς να μιλήσουμε ίσως για «ελαφριές» και «βαριές» ψυχοφαρμακευτικές αγωγές από τις οποίες όπως είναι ευνόητο οι δεύτερες επιφυλάσσονται για πιο σοβαρές περιπτώσεις ψυχικής διαταραχής.

Μία ψυχοφαρμακευτική αγωγή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πιο «βαριά» από μια άλλη είτε από το γεγονός ότι περιλαμβάνει δόση πιο κοντά στην μέγιστη επιτρεπτή από ένα ψυχοφάρμακο είτε από το γεγονός ότι περιλαμβάνει περισσότερα του ενός ψυχοφαρμάκου είτε από συνδυασμό αυτών των δύο παραγόντων.

Σε γενικές γραμμές, η αποτελεσματικότητα των ψυχοφαρμάκων κυμαίνεται ως εξής ανάλογα με την ψυχική διαταραχής:

Στην κατάθλιψη φτάνει στο 70% με την πρώτη δοκιμή και στο 90% μετά από δύο ή περισσότερες δοκιμές.

Στην πρόληψη μανιακών επεισοδίων φτάνει το 80% με την πρώτη δοκιμή και στο 90% με μία ή περισσότερες δοκιμές.

Στις αγχώδεις διαταραχές δεν ξεπερνά το 50%.

Στις ψυχωτικές διαταραχές αγγίζει ακόμα και το 75%.

Ας σημειώσουμε όμως ότι θεωρούνται πως ανταποκρίθηκαν στην θεραπεία όχι μόνο οι ασθενείς που είχαν πλήρη ίαση, αλλά και αυτοί που εμφάνισαν βελτίωση της κλινικής τους εικόνας τουλάχιστον κατά 50%.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα ψυχοφάρμακα απέχουν αρκετά από το να είναι 100% αποτελεσματικά.

Επίσης πολύ σημαντικό πρόβλημα σχετικό με τα ψυχοφάρμακα είναι η συμμόρφωση του ασθενούς αναφορικά με την λήψη τους, δηλαδή κατά πόσον οι ασθενείς παίρνουν τα φάρμακά τους σύμφωνα με τις οδηγίες του ιατρού.

Αυτό το πρόβλημα σε μερικές ψυχικές διαταραχές όπως οι ψυχωτικές και η διπολική διαταραχή (ψυχωτική ή μη) είναι ιδιαίτερα έντονο, αφού το ποσοστό των ασθενών που πάσχουν απ’ αυτές και που είναι συνεπείς προς την εφαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής δεν ξεπερνά το 50%, υποδιπλασιάζοντας έτσι στην πράξη τα παραπάνω ποσοστά αποτελεσματικότητας.

Τα ψυχοφάρμακα είναι από πλευράς ψυχιατρικής επιστήμης αναγκαία σχεδόν πάντα στις ψυχωτικές διαταραχές σε περιπτώσεις ψυχικής διαταραχής επί εδάφους νοητικής υστέρησης, στις ψυχικές (ακόμα και μη ψυχωτικές) διαταραχές σοβαρού βαθμού και σε περιόδους κρίσης ή έντονης ψυχικής ταραχής και σύγχυσης.

Ο λόγος είναι ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι συνήθως πρακτικά αδύνατη μία ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, τουλάχιστον όχι χωρίς παράλληλη λήψη ψυχοφαρμακευτικής αγωγής.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις τα ψυχοφάρμακα μπορούν να βοηθήσουν, αλλά δεν είναι αναγκαία και γι αυτό η απόφαση για την λήψη τους βασίζεται πολύ στην στάση (αρνητική, θετική ή ουδέτερη) του ασθενούς απέναντι σ’ αυτά.

Αν ο ίδιος κατ’ αρχήν δεν διατίθεται για οποιονδήποτε λόγο για ψυχοθεραπεία, τότε τα ψυχοφάρμακα είναι μονόδρομος.

Επίσης αν νοιώθει πιο ασφαλής με μία ψυχοφαρμακευτική αγωγή πριν μπει σε ψυχοθεραπευτική διαδικασία, μπορεί να κάνει ψυχοθεραπεία με παράλληλη λήψη φαρμάκων και αργότερα, όταν θα έχει προχωρήσει αρκετά η ψυχοθεραπεία και θα νοιώθει πιο ασφαλής, μπορεί να τα διακόψει σταδιακά.

Σημειώνεται τέλος ότι τα ψυχοφάρμακα έχουν περισσότερες πιθανότητες να φέρουν θετικό αποτέλεσμα όπου υπάρχει μία τυπική [1] ψυχική διαταραχή και λιγότερες πιθανότητες να βοηθήσουν επαρκώς σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ψυχολογικά προβλήματα συνδεόμενα με χρόνιες ψυχοπιεστικές συνθήκες της ζωής του ασθενούς (έντονα προβλήματα σχέσεων, μοναξιά, οικονομικά προβλήματα, προβλήματα σωματικής υγείας κ.λπ.).

[1] Τυπικές ψυχικές διαταραχές είναι αυτές για τις οποίες έχουν προταθεί συγκεκριμένα κριτήρια διάγνωσης σύμφωνα με διαγνωστικά συστήματα όπως το DSM (Diagnostic and Statistical Manual of mental disorders – από τον Αμερικανικό Ψυχιατρικό Σύλλογο) και το ICD (International statistical Classification of Diseases and related health problems από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας). Ωστόσο υπάρχει ένα τεράστιο ποσοστό ίσως και 50% ανθρώπων ψυχικά μη υγειών (με την έννοια ότι δεν απολαμβάνουν ψυχική ευεξία και ομαλές σχέσεις με τους άλλους στην καθημερινότητά τους) με κλινική εικόνα που δεν ταιριάζει σε καμία τυπική ψυχική διαταραχή. Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαμε να πούμε ότι υποφέρουν από κάποια άτυπη ψυχική διαταραχή (ή όπως το θέτουν τα ίδια τα διαγνωστικά συστήματα «ψυχική διαταραχή που προσομοιάζει με κάποια τυπική, αλλά δεν κατατάσσεται σ’ αυτήν την διάγνωση.

 

ΠΑΝΩ