Πληροφορίες για την ψυχοθεραπεία

Τι είναι ψυχοθεραπεία, σε ποιους απευθύνεται, διαφορά αληθινής ψυχοθεραπείας και ψυχικής ανακούφισης, διάκριση μεταξύ ψυχοθεραπείας και ψυχανάλυσης, γνωσιακή ψυχοθεραπεία, σύντομη αναφορά στην ψυχοθεραπευτική προσέγγιση που ακολουθώ, κ.α.

Ψυχοθεραπεία είναι η θεραπεία ψυχολογικών προβλημάτων μέσω της επικοινωνίας του ψυχοθεραπευτή με  έναν θεραπευόμενο (ατομική ψυχοθεραπεία) ή με μια ομάδα θεραπευόμενων (ομαδική ψυχοθεραπεία) ή με μία οικογένεια (οικογενειακή ψυχοθεραπεία) ή με ένα ζεύγος (ψυχοθεραπεία ζεύγους).

Επίσης ψυχοθεραπεία με την ευρύτερη έννοια της λέξης είναι η γενικότερη φροντίδα της ψυχής -όχι μόνο της πάσχουσας από κάποια διαταραχή- με σκοπό την εξέλιξή της, την ωρίμανση και την ολοκλήρωσή της.

Η επικοινωνία που λαμβάνει χώρα στην ψυχοθεραπεία βασίζεται σε συγκεκριμένες τεχνικές που αποσκοπούν στην διόρθωση των βαθύτερων αιτίων των ψυχολογικών προβλημάτων του θεραπευόμενου. Δεν εξαντλείται απλά στο να πει κάποιος το πρόβλημά του και να πάρει στήριξη και παρηγοριά ή ν’ ακούσει την γνώμη του άλλου όπως συμβαίνει σε μία μη ψυχοθεραπευτική συζήτηση μεταξύ φίλων.

Η ψυχοθεραπεία δεν αφορά μόνο όσους πάσχουν από μία τυπική ψυχική διαταραχή απ’ αυτές που βρίσκει κανείς στα βιβλία της ψυχιατρικής και ασφαλώς όχι μόνο αυτούς που πάσχουν από σοβαρές ψυχικές διαταραχές.

Αφορά επίσης όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους των οποίων η συνήθης ψυχική κατάσταση δεν είναι η ψυχική ευεξία και ικανοποίηση ή δυσλειτουργούν σ’ έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής τους όπως διανθρώπινες σχέσεις κάθε είδους, εργασία, δημιουργικότητα κ.λπ.

Επιπλέον, η ψυχοθεραπεία -διαστέλλοντας ακόμα περισσότερο τα συνήθη όρια της έννοιας αυτής της λέξης για να συμπεριλάβουμε την πιο ώριμη και εξελιγμένη της μορφή- απευθύνεται επίσης σε κάθε άνθρωπο που δεν αποσκοπεί μόνο στην ανακούφισή του από κάποια δυσάρεστα συναισθήματα ή ψυχικές αντιδράσεις που επαναλαμβάνονται συχνά ή τον περιορισμό κάποιων εμφανώς δυσλειτουργικών συμπεριφορών [1] του. Η ψυχοθεραπεία υπ' αυτή τη διεσταλμένη έννοια απευθύνεται και στον άνθρωπο που ενδιαφέρεται για την ίδια του την προσωπική εξέλιξη που σημαίνει την αυτογνωσία, ωρίμανση, ολοκλήρωση, ξεπέρασμα προβληματικών ψυχολογικών παραγόντων, βελτίωση της ικανότητας για ψυχική ηρεμία και άντληση ευχαρίστησης και για την πνευματική του εξέλιξη, ώστε να προσεγγίσει αληθινά ευτυχισμένες καταστάσεις ύπαρξης, πλήρως εναρμονισμένες με τους συνανθρώπους του.

[1] Δυσλειτουργικές είναι οι συμπεριφορές του ατόμου που έχουν δυσμενή αποτελέσματα στη ζωή του ή τις ζωές των γύρω του και μπορεί να είναι ή να μην είναι μέρος τυπικών ψυχικών διαταραχών.

Παραδείγματα δυσλειτουργικών συμπεριφορών που εμφανίζονται σε τυπικές ψυχικές διαταραχές είναι το να αποφεύγει κάποιος να βγει από το σπίτι του λόγω αγοραφοβίας, να απομονώνεται κοινωνικά λόγω κοινωνικής φοβίας, να αδρανεί σε διάφορους τομείς της ζωής του λόγω κατάθλιψης, να αμελεί τα καθήκοντά του και να παραβιάζει κοινωνικούς κανόνες συμπεριφοράς λόγω αλκοολισμού κ.λπ..

Παραδείγματα δυσλειτουργικών συμπεριφορών που δεν είναι απαραίτητο να αποτελούν μέρος μίας τυπικής ψυχικής διαταραχής είναι το να μένει κάποιος πίσω στον επαγγελματικό τομέα της ζωής του γιατί φοβάται πολύ την αποτυχία, να χάνει ευκαιρίες στον ερωτικό τομέα γιατί φοβάται πολύ την απόρριψη, να αδρανεί επειδή διακατέχεται συχνά από βαριεστιμάρα και αναβλητικότητα, να μη διεκδικεί τα δικαιώματά του από υπερβολική ενοχή, να έχει διαταραγμένες σχέσεις με τους γύρω του λόγω υπερβολικού θυμού  κ.λπ..

Περίληψη

Σε μία σωματική ασθένεια η ανακούφιση συνίσταται στην αντιμετώπιση μόνο των συμπτωμάτων της ασθένειας π.χ. του πόνου, του πυρετού, της διάρροιας κ.λπ. και όχι της αιτίας που οδήγησε στο σύμπτωμα. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τις ψυχικές διαταραχές. Υπάρχουν ανακουφιστικές πρακτικές όπως τα ψυχοφάρμακα και ως ένα βαθμό κάποιες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις και η αληθινή ψυχοθεραπεία που αγγίζει τις βαθύτερες αιτίες του ψυχικού προβλήματος.

Κυρίως άρθρο

Συχνά οι άνθρωποι θεωρούμε πως η ανακούφιση από κάποια δυσάρεστα συμπτώματα είναι το ίδιο πράγμα με τη θεραπεία, γιατί και τα δύο σ’ ένα επιφανειακό επίπεδο έχουν παρόμοιο αποτέλεσμα.

Γενικά (όχι μόνο στο ψυχικό επίπεδο), αληθινή θεραπεία είναι εκείνη που οδηγεί στην εκρίζωση του βαθύτερου αιτίου ενός συμπτώματος και ανακούφιση είναι εκείνη που οδηγεί μόνο στην ελάττωση της έντασης του συμπτώματος, χωρίς όμως να επηρεάζει το αίτιό του. Ανάμεσα στην αληθινή θεραπεία και την ανακούφιση υπάρχουν διάφορες διαβαθμίσεις.

Ας πούμε για παράδειγμα ότι κάποιος υποφέρει από πόνους στις αρθρώσεις του λόγω ρευματοειδούς αρθρίτιδας, μίας φλεγμονής των αρθρώσεων που οφείλεται στο ότι το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς επιτίθεται εναντίον των ίδιων του των αρθρώσεων.

Αν πάρει μορφίνη για να γλυτώσει από τους πόνους, θα έχει καταφύγει σε μία καθαρά ανακουφιστική παρέμβαση, διότι δεν επηρεάζει καθόλου την ασθένειά του ως αιτία των πόνων του.

Αν πάρει κάποιο αντιφλεγμονώδες φάρμακο, θα αντιμετωπίσει το πρόβλημά του σ’ ένα πιο βαθύ επίπεδο, διότι θα αντιμετωπίσει τη φλεγμονή της άρθρωσης που είναι η άμεση αιτία του πόνου. Όμως και πάλι δεν θα έχει πετύχει πραγματική θεραπεία, διότι κι η φλεγμονή με τη σειρά της έχει την δική της αιτία που είναι ότι το ανοσοποιητικό σύστημα του ατόμου στρέφεται εναντίον των ίδιων του των αρθρώσεων.

Αν ο ασθενής πάρει ένα ανοσοκατασταλτικό φάρμακο (φάρμακο που καταστέλλει τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος), θα αντιμετωπίσει το πρόβλημά του σε ακόμα βαθύτερο επίπεδο. Ακόμα κι έτσι όμως, δεν θα έχει πετύχει ριζική θεραπεία, αφού δεν θα έχει ακυρώσει την αιτία που το ανοσοποιητικό του σύστημα στρέφεται εναντίον των ίδιων του των αρθρώσεων.

Μέχρι να βρεθεί και να αντιμετωπιστεί αυτή η αιτία, δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματική, αληθινή θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα όπου κάποιος υποφέρει από πόνο στο αυτί του επειδή έχει μία μόλυνση. Αν πάρει μορφίνη, αντιμετωπίζει μόνο τον πόνο, ακολουθεί μία καθαρά ανακουφιστική πρακτική.

Αν πάρει αντιφλεγμονώδες, πάει πιο βαθιά, αντιμετωπίζει την άμεση αιτία του πόνου, την φλεγμονή, όχι όμως την αιτία της φλεγμονής.

Αν πάρει αντιβιοτικό, τότε αντιμετωπίζει την αιτία της φλεγμονής, το μικρόβιο που είναι και η βαθύτερη αιτία του προβλήματός του, και έτσι πετυχαίνει μία ριζική, αληθινή θεραπεία της ασθένειάς του.

Μπορούμε κατ’ αναλογία να πούμε ότι τα ίδια ισχύουν και για τις ψυχικές διαταραχές και εν γένει για κάθε κατάσταση όπου απουσιάζει η ψυχική υγεία. Υπάρχουν προσεγγίσεις από καθαρά ανακουφιστικές μέχρι βαθιά και αληθινά ψυχοθεραπευτικές.

Τα ψυχοφάρμακα είναι από ανακουφιστικά όπως π.χ. οι βενζοδιαζεπίνες (Tavor, Lexotanil, Valium κ.λπ.)  για το άγχος) μέχρι επιφανειακά θεραπευτικά· αντιμετωπίζουν το άμεσο αίτιο του συμπτώματος, μία δυσλειτουργία σε επίπεδο λειτουργίας των νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου, όπως τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα αντιμετωπίζουν το άμεσο αίτιο του πόνου, στη ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Η ψυχοθεραπεία συνήθως φτάνει σε πιο βαθιά επίπεδα αιτιολογίας των ψυχικών συμπτωμάτων. Κι εδώ όμως υπάρχουν ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις επιφανειακές, περισσότερο κοντά στο άκρο της ανακούφισης, και ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις που πάνε πιο βαθιά, ακόμα και μέχρι την ρίζα της ρίζας, οπότε μιλάμε για πραγματική, αληθινή ψυχοθεραπεία.

Από το κατά πόσον μία ψυχοθεραπευτική μέθοδος ή για να είμαστε πιο ακριβείς ένας ψυχοθεραπευτής που κάνει χρήση ψυχοθεραπευτικής μεθόδου, αποσκοπεί περισσότερο σε μία ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο ή στην εκρίζωση της βαθύτερης αιτίας του, μπορούμε να μιλάμε αντίστοιχα και για το κατά πόσον αυτό που παρέχεται είναι περισσότερο ψυχική ανακούφιση ή αληθινή ψυχοθεραπεία.

Για παράδειγμα, το να ακούσει κάποιος τον πόνο του άλλου, αυτό από μόνο του είναι ανακουφιστικό, όχι όμως ψυχοθεραπευτικό. (Πολλοί λένε ότι η καλύτερη ψυχοθεραπεία, είναι το να έχεις καλούς φίλους. Όμως ακόμα και οι καλύτεροι και με τις πιο αγαθές προθέσεις φίλοι τις περισσότερες φορές παρέχουν ψυχική ανακούφιση, όχι ψυχική θεραπεία). Το να πει κάποιος σ’ αυτόν που υποφέρει ψυχικά, δυο καλά λόγια ή να τον παρηγορήσει, πάει λίγο πιο βαθιά, αλλά και πάλι παρέχει κυρίως ανακούφιση, όχι θεραπεία.

Το να τον βοηθήσει να αναλύσει μέχρι ενός σημείου το γιατί νοιώθει δυσάρεστα ή συμπεριφέρεται δυσλειτουργικά, να του κάνει μία έξυπνη παρατήρηση, να του δώσει μία συμβουλή, αυτό κάπως αρχίζει να ξεφεύγει από την καθαρή ανακούφιση και να πηγαίνει προς την θεραπεία, αλλά ακόμα δεν είναι αληθινή ψυχοθεραπεία.

Διότι παρέχει μεν την πολύ ανακουφιστική αίσθηση ελέγχου ότι τώρα ξέρει (ή νομίζει ότι ξέρει) τον λόγο για τον οποίο έχει ένα πρόβλημα ψυχολογικής φύσης, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι βρήκε την βαθύτερη αιτία ούτε ότι κατάφερε κιόλας να άρει την αιτία που βρήκε. (Δυστυχώς δεν ισχύει ότι αρκεί να καταλάβουμε τις αιτίες των ψυχολογικών μας προβλημάτων για να αρθούν αυτές οι αιτίες και να βελτιωθούν τα προβλήματά μας).

Μία προσέγγιση που ανακαλύπτει όχι απλά κάποιες αιτίες, αλλά τις αιτίες των αιτιών, τις βαθύτατες αιτίες που νοιώθουμε άσχημα ή ακολουθούμε δυσλειτουργικές συμπεριφορές και που επιπλέον μας προτείνει μία συγκεκριμένη μέθοδο για να ακυρώσουμε αυτές τις αιτίες, αυτή είναι μία αληθινή ψυχοθεραπεία. Για περισσότερα γύρω απ’ αυτό το θέμα μπορείτε να ανατρέξετε στο άρθρο «Ποια είναι η πραγματική αιτία που νοιώθουμε δυσάρεστα συναισθήματα;»

Σ′ αυτή την ενότητα θα κάνουμε μία διάκριση ανάμεσα στον όρο «ψυχοθεραπεία» και τον όρο «ψυχανάλυση» γιατί πολύ συχνά συγχέονται μεταξύ τους. Η ψυχανάλυση είναι μία από τις πολλές πλέον μεθόδους ψυχοθεραπείας η οποία επειδή ήταν η πρώτη ιστορικά τόσο καλά συστηματοποιημένη και διαδεδομένη μορφή ψυχοθεραπείας, ταυτίστηκε εσφαλμένα με την ψυχοθεραπεία, όμως κάθε ψυχοθεραπεία, δεν είναι ψυχανάλυση.

Αυτό ισχύει με τον ίδιο τρόπο όπως η πενικιλίνη είναι ένα είδος αντιβιοτικού και μάλιστα το πρώτο ιστορικά και το μοναδικό επί πολλά χρόνια, όμως υπάρχουν πλέον πάρα πολλά ακόμα είδη αντιβιοτικών οπότε κάθε αντιβιοτικό δεν είναι πενικιλίνη, δηλαδή οι όροι «αντιβιοτικό» και «πενικιλίνη» δεν είναι (πλέον) ταυτόσημοι.

Αξίζει να ειπωθεί ότι οι περισσότεροι από τους πιο σπουδαίους θεμελιωτές άλλων μορφών ψυχοθεραπείας, ακόμα και μορφών που παρέκλιναν πλήρως από την ψυχανάλυση, ήταν αρχικά τυπικοί ψυχαναλυτές.

Ακολουθεί μία εξαιρετικά σύντομη περιγραφή της ψυχανάλυσης για να γίνει ακόμα πιο σαφής η διάκριση ψυχανάλυσης και άλλων μορφών ψυχοθεραπείας.

Στην τυπική ψυχανάλυση οι συναντήσεις ψυχαναλυτή – «ασθενούς» (όπως οι ψυχαναλυτές αποκαλούν τους πελάτες τους) είναι πολύ συχνές, ει δυνατόν καθημερινές (ο ίδιος ο Freud έκανε 6 συναντήσεις την εβδομάδα με τους «ασθενείς» του, σήμερα η αντίστοιχη συχνότητα είναι το ελάχιστο 3 συναντήσεις την εβδομάδα) και ο «ασθενής» ξαπλώνει σ’ ένα ντιβάνι ή καναπέ κοιτώντας το ταβάνι ή τον τοίχο ενώ ο ψυχαναλυτής κάθεται σε μια πολυθρόνα λίγο πιο πίσω από το κεφάλι του. Η συνολική διάρκεια αυτής της θεραπείας σπάνια είναι κάτω της πενταετίας και συχνά ξεπερνάει σε σημαντικό βαθμό αυτή τη διάρκεια.

Οι παραπάνω όροι παρ’ ό,τι καθαρά περιγραφικοί, θεωρούνται ουσιώδεις για την ψυχανάλυση και όχι απλοί τύποι, γιατί προάγουν τον ελεύθερο (χωρίς προφανή λογική συνάφεια) συνειρμό ιδεών και διευκολύνουν την ανάπτυξη του φαινομένου της «μεταβίβασης», της μεταφοράς δηλαδή συναισθημάτων, επιθυμιών, προσδοκιών, φόβων, πεποιθήσεων, κρίσεων που αφορούν σε σημαντικά πρόσωπα της ζωής του ασθενούς στο πρόσωπο του ψυχαναλυτή.

Ο ψυχαναλυτής ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τους ελεύθερους συνειρμούς, τα όνειρα και τις υποσυνείδητες αντιστάσεις του ασθενούς. (Αντιστάσεις είναι οι προσπάθειες που καταβάλει χωρίς να το συνειδητοποιεί ο ασθενής να μην συνειδητοποιήσει ασυνείδητα συναισθήματα, επιθυμίες, απόψεις, πεποιθήσεις, τάσεις κ.λπ. προκειμένου να αποφύγει τις ψυχικές συγκρούσεις, την αναστάτωση και τον ψυχικό πόνο που φέρνει αυτή η συνειδητοποίηση).

Μ’ αυτό το υλικό που αναπτύσσεται πάντα στο πλαίσιο της μεταβίβασης, ο ψυχαναλυτής με τις ερμηνείες που κάνει, βοηθά τον ασθενή του να κατανοήσει και να συνειδητοποιήσει τα βαθύτερα αίτια των συναισθημάτων του και τα βαθύτερα κίνητρα των συμπεριφορών του κατ’ αρχήν μέσα στη σχέση του με τον ψυχαναλυτή και κατ’ επέκταση στη ζωή του, την τρέχουσα και την παρελθούσα.

Υποτίθεται ότι η παραπάνω αναφερόμενη ενδελεχής ανάλυση, εξήγηση και συνειδητοποίηση επιφέρει αυτομάτως και τη λύση των συμπτωμάτων τα οποία οδήγησαν τον ασθενή στο γραφείο του ψυχαναλυτή. Εντούτοις, αν και αυτή η διαδικασία είναι συχνά πολύ ενδιαφέρουσα και οδηγεί το άτομο να μάθει πολλά για τον εαυτό του, πολλοί αμφισβητούν αν συνεπάγεται απαραίτητα και την επίλυση των ψυχολογικών του προβλημάτων.

Είναι αλήθεια πως αυτό το ζητούμενο,- πιθανόν λόγω της μακροχρόνιας διάρκειας της ψυχανάλυσης- δεν έχει ερευνηθεί ποτέ μέσω τυπικών μελετών μέτρησης αποτελεσματικότητας ώστε να αποδειχθεί στην πράξη αν και σε ποιο βαθμό ικανοποιείται.

Σχετικές προς την ψυχανάλυση είναι οι «ψυχαναλυτικές ψυχοθεραπείες» που βασίζονται στις ίδιες θεωρητικές βάσεις με την ψυχανάλυση αλλά δεν τηρούν τον έναν ή και τους δύο από τους παραπάνω ουσιώδεις όπως εξηγήσαμε όρους της μεγάλης συχνότητας των συναντήσεων και του ντιβανιού.

Περίληψη

Η γνωσιακή ψυχοθεραπεία βασίζεται στην ιδέα ότι για κάθε μορφής ψυχική ταραχή ή δυσφορία δεν ευθύνεται ένα γεγονός ή μία κατάσταση, αλλά ο τρόπος με τον οποίον αντιλαβανόμαστε αυτό το γεγονός ή την κατάσταση. Ο τρόπος αντίληψης ενός γεγονότος καθορίζεται από τις σκέψεις γύρω από το γεγονός τις οποίες πιστεύει κάποιος σαν να είναι αλήθεια και που ονομάζονται «πεποιθήσεις» ή «γνωσίες». Ο γνωσιακός ψυχοθεραπευτής βοηθάει τον θεραπευόμενό του να βρει αυτές τις πεποιθήσεις ποιες είναι και μετά τις θέτουν μαζί υπό διερεύνηση για να δουν αν αυτά που πιστεύει είναι αλήθεια (αναντίρρητο, αναμφισβήτητο γεγονός που ισχύει σίγουρα και σε απόλυτο βαθμό) ή μήπως είναι απλά υποθέσεις και απόψεις. Κατά κανόνα πίσω από τις δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις βρίσκονται δυσάρεστες υποθέσεις ή απόψεις γύρω από ένα γεγονός. Αν αυτές αντισταθμιστούν από άλλες, ευχάριστες υποθέσεις ή απόψεις που να είναι εξ’ ίσου ή και περισσότερο βάσιμες σχετικά με τις δυσάρεστες, η επίδραση των δυσάρεστων υποθέσεων και απόψεων εξουδετερώνεται, η ψυχική γαλήνη και υγεία αποκαθίστανται και ως εκ τούτου επιπλέον βελτιώνεται και η λειτουργικότητα του θεραπευόμενου.

Κυρίως άρθρο

Η γνωσιακή  ψυχοθεραπεία είναι μία πολύ διαδεδομένη μορφή ψυχοθεραπείας η οποία έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητά της στην πράξη μέσα από σχετικές μελέτες που έχουν γίνει.

Η γνωσιακή ψυχοθεραπεία με την συγκεκριμένη μορφή που υποδηλώνει αυτός ο τίτλος επινοήθηκε από τον αμερικανό ψυχίατρο Aaron Beck τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960. Ανάλογης όμως μορφής ψυχοθεραπεία με τον τίτλο «Ορθολογική Συναισθηματική Συμπεριφορική Θεραπεία» («Rational Emotive Behavioral Therapy») είχε επινοηθεί λίγο νωρίτερα, το 1955 από τον αμερικανό ψυχολόγο Albert Ellis. Ας σημειώσουμε ότι και οι δύο αυτοί επιστήμονες είχαν στην αρχή της καριέρας τους εκπαιδευτεί στην ψυχανάλυση και την είχαν εφαρμόσει στην πράξη, όμως δεν πείστηκαν από την αποτελεσματικότητά της κι έτσι στράφηκαν σε άλλες μεθόδους ψυχοθεραπείας.

Η γνωσιακή ψυχοθεραπεία βασίζεται στην διαπίστωση ότι τα συναισθήματα του ανθρώπου δεν οφείλονται όπως φαίνεται με την πρώτη ματιά στο τι συμβαίνει στην εξωτερική πραγματικότητα, αλλά στο πώς ερμηνεύει αυτά που συμβαίνουν.

Η ιδέα αυτή είναι πολύ παλιά, για παράδειγμα ήδη τη βρίσκουμε ανάμεσα στα ρητά του Έλληνα στωικού φιλόσοφου Επίκτητου (50-120 μ.Χ.): «Ταράττει τους ανθρώπους ου τα πράγματα, αλλά τα περί των πραγμάτων δόγματα», δηλαδή τους ανθρώπους δεν τους ταράζουν τα γεγονότα, αλλά αυτά που πιστεύουν γύρω από τα γεγονότα.

Αυτό που ο Επίκτητος ονομάζει «δόγματα», δηλαδή πεποιθήσεις, σκέψεις τις οποίες πιστεύουμε ως αληθινές, στην γνωσιακή ψυχοθεραπεία ονομάζονται «γνωσίες» (εξ’ ου και ο όρος «γνωσιακή» θεραπεία).

Ένα κλασικό, απλό παράδειγμα που φέρνει ο Beck, είναι το εξής: Ας πούμε ότι ένας άνθρωπος κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού του και διαβάζει ένα βιβλίο, είναι μόνος του και είναι νύχτα. Κάποια στιγμή, εκεί που επικρατεί ησυχία, ακούγεται ένας θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο. Αυτή είναι η κατάσταση, αυτά είναι τα γεγονότα. Πώς θα νοιώσει ο άνθρωπος του παραδείγματός μας απέναντι σ’ αυτά που συμβαίνουν;

Εξαρτάται απ’ το ποιες σκέψεις θα πιστέψει γύρω απ’ το γεγονός. Αν πιστέψει τη σκέψη «μπήκε ένας διαρρήκτης στο σπίτι», τότε θα νοιώσει φόβο. Αν όμως πιστέψει την σκέψη «ο άνεμος έκανε το παραθυρόφυλλο να χτυπήσει», τότε θα νοιώσει ήρεμος.

Η ίδια κατάσταση, το ίδιο γεγονός, μπορεί να προκαλέσει διαμετρικά αντίθετες συναισθηματικές αντιδράσεις ανάλογα με έναν καθοριστικό παράγοντα που μεσολαβεί: το τι θα πιστέψει ο άνθρωπος (το «δόγμα» στο ρητό του Επίκτητου, η «γνωσία», η «πεποίθηση»).

Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα. Ας πούμε ότι κάποιος διασταυρώνεται στο δρόμο μ’ ένα γνωστό του, κι εκείνος δεν τον χαιρετάει. Αν πιστέψει τη σκέψη «με αγνοεί, με περιφρονεί, δεν μου δίνει σημασία», θα νοιώσει άσχημα, πιθανόν και να θυμώσει. Αν πιστέψει την σκέψη «δεν με πρόσεξε, γιατί ήταν πολύ απορροφημένος από τα προβλήματά του», θα είναι ήρεμος.

Στη καθημερινότητά μας, δεν το καταλαβαίνουμε, αλλά διαρκώς πιστεύουμε σε διάφορες σκέψεις που μας φέρνει το μυαλό μας και είναι αυτές οι πεποιθήσεις που καθορίζουν το πώς νοιώθουμε. Αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους, είτε θεωρούνται ψυχικά υγιείς είτε ψυχικά «ασθενείς», απλά εκείνοι που υποφέρουν από ψυχικές διαταραχές έχουν την τάση να πιστεύουν πολύ πιο συχνά σε σκέψεις αρνητικές απ’ ό,τι οι πιο υγιείς.

Με άλλα λόγια η ίδια η ψυχική διαταραχή, μπορούμε να πούμε ότι οφείλεται σε πεποιθήσεις που ταράζουν την ψυχή, ασχέτως αν αυτές οι πεποιθήσεις έχουν ως κύρια αρχική αιτία εμπειρίες του ατόμου ή βιολογικούς παράγοντες. (Περισσότερα για την αιτία των ψυχικών διαταραχών βλ. το άρθρο «Ποια είναι η αιτία των ψυχικών διαταραχών;» ).
Στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία ο ψυχοθεραπευτής επικεντρώνει την προσοχή του στην ανακάλυψη των πεποιθήσεων του ατόμου οι οποίες τον ταράζουν ψυχικά και ζητά από τον θεραπευόμενό του να τις θέσουν υπό διερεύνηση, δηλαδή να εξετάσουν κατά πόσον είναι αλήθεια αυτά που πιστεύει ή όχι.

Κατ’ αρχήν ας θυμηθούμε ότι «αλήθεια» είναι μόνο κάτι για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι 100% . Κάτι για το οποίο δεν είμαστε 100% σίγουροι, δεν είναι η αλήθεια, αλλά μία υπόθεση γύρω από την αλήθεια.

Κάποιος λέει π.χ. «οι συνάδελφοί μου στη δουλειά με αντιπαθούν». Πώς μπορεί να είναι σίγουρος 100% γι αυτό; Τους πήρε έναν-έναν, τους ρώτησε και του το επιβεβαίωσαν; Αν όχι, τότε η σκέψη του είναι υπόθεση η οποία μπορεί μεν να βασίζεται σε κάποια επιχειρήματα, αλλά όσο τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν ατράνταχτες αποδείξεις, η σκέψη του δεν είναι αλήθεια.

Επίσης, αλήθεια είναι κάτι που ισχύει απόλυτα, όχι μόνο εν μέρει. Και κάτι που δεν ισχύει απόλυτα, δηλαδή περιγράφει μόνο μία πτυχή της πραγματικότητας, πάλι δεν είναι (όλη) η αλήθεια, αλλά μία άποψη της αλήθειας. Ας δούμε έναν αρχαίο ινδικό μύθο που μας δείχνει ακριβώς αυτό.

Πέντε τυφλοί ρωτήθηκαν με τι μοιάζει ο ελέφαντας και ο καθένας τους έδωσε και από μία διαφορετική περιγραφή ανάλογα με το ποιο μέρος του ελέφαντα ψηλαφούσαν. Αυτός που ψηλαφούσε ένα του πόδι, είπε ότι ο ελέφαντας είναι σαν κορμός δέντρου, αυτός που ψηλαφούσε ένα του αυτί, είπε ότι ο ελέφαντας είναι σαν ένα τεράστιο φύλο, αυτός που ψηλαφούσε την προβοσκίδα, είπε ότι ο ελέφαντας είναι σαν ένας μακρύς σωλήνας, αυτός που ψηλαφούσε έναν του χαυλιόδοντα, είπε ότι ο ελέφαντας είναι σαν ένα μεγάλο κέρατο και αυτός που ψηλαφούσε την ουρά του, είπε ότι ο ελέφαντας είναι σαν ένα μακρύ μαστίγιο με μια φούντα στην άκρη του. Ο καθένας απ’ τους τυφλούς, συνέλαβε μεν κάτι από την αλήθεια για το πώς είναι ο ελέφαντας, αλλά μόνο μία άποψή της.

Στο πρώτο μας παράδειγμα είδαμε ότι η σκέψη που είχε κάποιος «όλοι οι συνάδελφοί μου στη δουλειά με αντιπαθούν» είναι υπόθεση και όχι αλήθεια. Ακόμα όμως κι αν αποδεικνυόταν ότι όλοι οι συνάδελφοί του στη δουλειά όντως τον αντιπαθούν, η σκέψη «οι συνάδελφοί μου στη δουλειά με αντιπαθούν» δεν ισχύει απόλυτα, δηλαδή δεν εκφράζει (όλη) την αλήθεια, είναι μόνο μία άποψη της αλήθειας.

Άλλες απόψεις της αλήθειας είναι: «υπάρχουν και στιγμές που οι συνάδελφοί μου δεν αισθάνονται αντιπάθεια για μένα»·«εγώ δεν συμπαθώ τους συναδέλφους μου»· «εγώ φοβόμουν ότι θα με απορρίψουν και με την (επιθετική, αμυντική, περιφρονητική, αποστασιοποιημένη) συμπεριφορά μου τους έκανα να με αντιπαθήσουν»· «εγώ δεν συμπαθώ τον εαυτό μου».

Είναι εντυπωσιακό το πόσο αλλάζει η ψυχική κατάσταση του ανθρώπου όταν συνειδητοποιήσει ότι η σκέψη που τον στενοχωρούσε, τον φόβιζε, τον άγχωνε, τον έκανε να νοιώθει ενοχή κ.λπ., δεν είναι αλήθεια, αλλά είναι απλά μία υπόθεση ή μια άποψη. Διότι εκείνο που μας ταράζει ψυχικά είναι ότι εκλαμβάνουμε αρνητικές υποθέσεις και απόψεις σαν αναντίρρητα γεγονότα και σαν να είναι όλη η πραγματικότητα, σαν να είναι δηλαδή αλήθεια.

Αν κάποιος πιστεύει την σκέψη «οι συνάδελφοί μου με αντιπαθούν» σαν να είναι κάτι σίγουρο που περιγράφει όλη την πραγματικότητα, θα νοιώθει στενοχώρια, θυμό, πικρία κ.λπ.. Μπορεί όμως να δει ότι αυτή η σκέψη δεν είναι παρά μόνο μία υπόθεση και μία άποψη και ότι υπάρχουν και άλλες υποθέσεις και απόψεις που είναι ευχάριστες ή που δεν είναι δυσάρεστες ή που του ανοίγουν διεξόδους που ούτε καν τις είχε φανταστεί. Μπορεί μάλιστα να διαπιστώσει ότι υπάρχουν εξ’ ίσου ισχυρά ή και ισχυρότερα επιχειρήματα υπέρ αυτών των άλλων υποθέσεων και απόψεων και τότε το μυαλό του θα ξεκολλήσει από τις αρνητικές υποθέσεις και απόψεις.

Έτσι διατηρεί την επίγνωση όλων των αρνητικών υποθέσεων και απόψεων, όμως επειδή ανοίγει τον ορίζοντά του και συνειδητοποιεί μία πληθώρα άλλων υποθέσεων και απόψεων (μη αρνητικών, θετικών, που δίνουν διεξόδους), το μυαλό του παύει να πιστεύει τις πρώτες σαν να είναι αλήθεια και τα δυσάρεστα συναισθήματά του ή η όποια ψυχική του δυσφορία υποχωρούν.

Πράγματι, μπορείτε να πειραματιστείτε πάνω σ’ αυτό. Ας πούμε ότι μία δυσάρεστη σκέψη την οποία πιστεύετε, σας προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα όπως π.χ. «είμαι μόνος μου» ή «θα ξεμείνω από χρήματα» ή «ο άντρας μου δεν με σέβεται» κ.λπ.. Αν  αναρωτηθείτε πώς θα νοιώθατε αν απλά και μόνο δεν πιστεύατε αυτήν την σκέψη (χωρίς να πιστεύετε κάποια θετική), θα διαπιστώσετε ότι θα νοιώθατε περισσότερη ηρεμία.

Οι θετικές σκέψεις μας χρειάζονται μόνο σαν αντίδοτο, σαν αντίβαρο για να εξουδετερώσουμε την βεβαιότητα που τρέφουμε για τις αρνητικές, για να σταματήσουμε να πιστεύουμε σαν αλήθεια αρνητικές σκέψεις που είναι υποθέσεις και απόψεις. Έτσι θα αποκαταστήσουμε την ψυχική μας γαλήνη, χωρίς όμως να κλείνουμε τα μάτια (με ό,τι αρνητική συνέπεια θα μπορούσε να έχει αυτό) στα αρνητικά σενάρια.

Αυτό είναι ένα σημείο όπου μερικοί χάνουν την ουσία της γνωσιακής θεραπευτικής προσέγγισης με αποτέλεσμα κάποιοι να την κατακρίνουν, πιθανόν γιατί στα αρχικά της στάδια και για πολύ καιρό μετά, ίσως και μέχρι σήμερα δεν έγινε αρκετά σαφές: νομίζουν ότι το ζητούμενο στη γνωσιακή θεραπεία είναι η αντικατάσταση αρνητικών πεποιθήσεων με θετικές, διότι οι θετικές είναι οι σωστές και οι αρνητικές οι λάθος.

Σ’ αυτήν την εσφαλμένη άποψη έχει βασιστεί κι η πολύ διαδεδομένη τακτική του περίφημου «positive thinking» (θετικό σκέπτεσθαι). Λέγε κάθε πρωί στον εαυτό σου «όλα θα πάνε καλά, θα τα καταφέρω» κι έτσι θα φτιάξει η διάθεσή σου. Ναι, θα φτιάξει, αλλά όχι για πολύ, γιατί με το θετικό σκέπτεσθαι απλά απωθείς το αρνητικό στο υποσυνείδητο, δεν ξεμπροστιάζεις το ότι δεν είναι αλήθεια (δεν είνια δηλαδή σίγουρο και απόλυτο) κι έτσι σύντομα θα έρθει στο προσκήνιο και θα σε κάνει να νοιώσεις άσχημα. Επίσης, αποκλείοντας το μυαλό σου από τις δυσμενείς (αλλά όχι απίθανες) υποθέσεις, χάνεις σε προνοητικότητα.

Στην σωστή της εφαρμογή και την πιο εξελιγμένη της μορφή, η γνωσιακή θεραπεία χρησιμοποιεί τις όποιες «θετικές» σκέψεις μόνο για να εξουδετερώσει και να εξορίσει από την κατηγορία «αλήθειες» όπου χωρίς να το καταλαβαίνουμε έχουμε θέσει τις αρνητικές, όχι για να βάλει στη θέση τους νέες θετικές ψευδο – αλήθειες. Ασφαλώς για να γίνει αυτό, πρέπει οι «θετικές» σκέψεις να στηριχτούν με επιχειρήματα (που πολλές φορές όπως είπαμε πείθουν περισσότερο απ’ τα επιχειρήματα υπέρ της αντίθετης υπόθεσης ή άποψης), αλλά και πάλι πρόκειται για μία διαδικασία που έχει ως σκοπό να τις κάνει επαρκώς πειστικές και όχι σώνει και καλά να τις αποδείξει ως αναντίρρητες αλήθειες.

Είναι χρήσιμο να τονίσουμε ότι όταν κάποιος βρίσκει την ψυχική γαλήνη μέσα από την συνειδητοποίηση ότι αυτά που τον ταράζουν δεν είναι αλήθεια, δεν κλείνει τα μάτια του ούτε σ’ αυτά καθ’ αυτά τα γεγονότα ούτε στις πιθανές «δυσμενείς» υποθέσεις και απόψεις που έχει γύρω από τα γεγονότα· δεν τα αποκλείει όλ’ αυτά από την επίγνωσή του, δεν τα ξεχνάει, δεν τα απωθεί στο υποσυνείδητό του όπως κάνουν συνήθως οι άνθρωποι για να χαλαρώσουν ψυχικά. Πετυχαίνει δηλαδή τον συνδυασμό ψυχική ηρεμία μαζί με επίγνωση της κατάστασης με τις όποιες δυσκολίες της, που εξασφαλίζει την μέγιστη δυνατή λειτουργικότητα.

Θα δούμε τρεις διαφορετικούς βασικούς τρόπους με τους οποίους ένας άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίζει την ζωή του, για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το σημείο.

Ας πούμε ότι ένας άνθρωπος έχει οικονομικά προβλήματα, έχει απλήρωτους λογαριασμούς, απλήρωτο το νοίκι του σπιτιού του κ.λπ. και νοιώθει άγχος γι αυτό.

Ένας τρόπος αντιμετώπισης είναι απλά να απωθήσει στο υποσυνείδητό του το γεγονός ότι έχει απλήρωτους λογαριασμούς και πολύ λίγα χρήματα στον τραπεζικό του λογαριασμό· επίσης μπορεί να απωθήσει την δυσμενή υπόθεση ότι σε λίγο καιρό είναι πιθανό να βρεθεί χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα ή άστεγος στο δρόμο και να το πετύχει αυτό με σκέψεις όπως «έχει ο Θεός, θα βρεθεί λύση, όλα θα πάνε καλά, ωχ αδελφέ, έλα μωρέ τώρα». Αυτός πετυχαίνει να ηρεμήσει, όμως χαλαρώνοντας ψυχικά μέσω της απώθησης, θα αυξηθούν πολύ οι πιθανότητες να χειροτερέψει η κατάστασή του, διότι αποκλείοντας από την επίγνωσή του γεγονότα και δυσμενείς υποθέσεις γύρω απ’ αυτά, δεν θα έχει κανένα λόγο να λάβει τα μέτρα του.

Ο δεύτερος τρόπος αντιμετώπισης είναι όταν κρατάει στο μυαλό του τα γεγονότα και τις δυσμενείς υποθέσεις, αλλά κάνει ένα λάθος: εκλαμβάνει τις υποθέσεις ως γεγονότα. Δηλαδή δεν στέκεται στο γεγονός «δεν έχω λεφτά και έχω απλήρωτους λογαριασμούς και χρωστάω ενοίκια» αλλά πιστεύει σαν να είναι επίσης αναντίρρητα γεγονότα (ενώ είναι μόνο υποθέσεις) τις σκέψεις «δεν θα τα καταφέρω, δεν θα βρω δουλειά, δεν θα βρω λεφτά, θα μου κόψουν το ρεύμα, θα βρεθώ στον δρόμο, δεν θα έχω να φάω κ.λπ.».

Πιστεύοντας αυτές τις υποθέσεις σαν αλήθειες, ταράζεται ψυχικά και ναι μεν σε σχέση με τον άνθρωπο της πρώτης περίπτωσης έχει κίνητρο να λάβει τα μέτρα του απέναντι στη δύσκολη κατάσταση, αλλά το άγχος και γενικά το ψυχικό στρες που βιώνει, όχι μόνο του διαβρώνουν την ποιότητα της ζωής, αλλά του ελαττώνουν και την λειτουργικότητά του. Διότι υπό την επήρεια αρνητικών συναισθημάτων σκέφτεται απαισιόδοξα, δεν βλέπει ευκαιρίες, βλέπει παντού εμπόδια, αλά ακόμα κι αν βρει κάποια λύση, δεν έχει την ψυχική διάθεση να την εφαρμόσει.

Η γνωσιακή θεραπεία, που κατά τη γνώμη μου πάει πολύ μακρύτερα από τον στενό όρο «ψυχοθεραπεία» και αποτελεί μία ολόκληρη φιλοσοφία ζωής, μας βάζει στην πιο πλεονεκτική θέση απ’ όλες:

Μέσω αυτής της απλής τακτικής της διερεύνησης αν κάτι που πιστεύουμε είναι κυριολεκτικά αλήθεια ή όχι, πετυχαίνουμε κάτι μοναδικό, δηλαδή κρατάμε και την επίγνωση της κατάστασης, όσο δύσκολη κι αν είναι, αλλά και την ψυχραιμία μας. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε και το κίνητρο για δράση, αλλά και το βέλτιστο ψυχολογικό κλίμα για την λήψη και την εκτέλεση αποφάσεων. Ας το δούμε αυτό πιο αναλυτικά.

Κρατάμε την επίγνωση των γεγονότων και όλων των σχετικών υποθέσεων και απόψεων όσο δυσμενών κι αν είναι, δηλαδή δεν απωθούμε ότι δεν έχουμε π.χ. λεφτά και ότι έχουμε απλήρωτους λογαριασμούς ούτε ότι υπάρχει η πιθανότητα και να μην τα καταφέρουμε να βρούμε λεφτά και να μείνουμε στο δρόμο.

Όμως σκέψεις όπως «δεν θα τα καταφέρω, δεν θα βρω λεφτά, θα βρεθώ στο δρόμο, θα πεινάσω» κ.λπ., τις αποσύρουμε ας το πούμε έτσι από το ράφι του μυαλού μας που γράφει «γεγονότα – αλήθειες» και τις τοποθετούμε στο ράφι που γράφει «υποθέσεις – απόψεις». Αυτή η μετάθεση καθώς και το γεγονός ότι σ’ αυτό το ράφι υπάρχουν και θετικές υποθέσεις (όπως «θα τα καταφέρω, θα βρω λεφτά, θα βρω λύση» κ.λπ.) οι οποίες μάλιστα μπορούν να στηριχτούν με εξ’ ίσου ισχυρά ή και με ισχυρότερα επιχειρήματα από τις αρνητικές, επιτρέπει στο μυαλό μας κάτι πολύ σημαντικό: να ξεκολλήσει από τις αρνητικές σκέψεις, δηλαδή να πάψει να τις πιστεύει σαν να είναι αληθινές και έτσι να επέλθει όπως είδαμε πιο πάνω γαλήνη στην ψυχή μας.

Αυτή η ψυχική γαλήνη σε αντίθεση με τον άνθρωπο της πρώτης περίπτωσης θα έχει έρθει χωρίς να έχουμε κλείσει τα μάτια στα γεγονότα και τις δυσμενείς υποθέσεις γύρω από τα οικονομικά του που σημαίνει ότι θα έχουμε πετύχει τον άριστο συνδυασμό ψυχικής αταραξίας με επίγνωση.

Με την γνωσιακή ψυχοθεραπευτική προσέγγιση λοιπόν, πετυχαίνουμε έναν συνδυασμό διατήρησης τόσο της επίγνωσης της πραγματικότητας και όλων των απόψεων / υποθέσεων γύρω απ’ αυτήν όσο και ταυτόχρονα της ψυχικής μας ηρεμίας, έναν συνδυασμό που εκτός του ότι κρατά το επίπεδο της ψυχικής μας υγείας ψηλά, είναι και ο ιδανικός για να αξιοποιήσουμε στον μέγιστο βαθμό τις δυνάμεις μας και να είμαστε στον μέγιστο δυνατό βαθμό λειτουργικοί.

Τέλος να προσθέσω κάτι εξαιρετικά σημαντικό, ότι η ψυχική ηρεμία που πετυχαίνεται μέσω της διερεύνησης της αλήθειας, εκτός του ότι εξασφαλίζει την μέγιστη δυνατή λειτουργικότητα, ισοδυναμεί με βαθιά ψυχική γαλήνη, αληθινή ευτυχία, άνευ όρων αγάπη, διότι συνοδεύεται από τον υψηλότερο δυνατό βαθμό συνειδητότητας και δεν εξαρτάται από τα εξωτερικά γεγονότα.

Αντίθετα, η ψυχική ηρεμία που βασίζεται στην απώθηση (αυτή που συνήθως οι άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους όταν μιλάνε για ψυχική χαλάρωση), εκτός του ότι οδηγεί πολλές φορές σε δυσλειτουργία, είναι απλά απουσία δυστυχίας, είναι δηλαδή πιο κοντά στην ασυνείδητη (άρα χωρίς αξία) και πλήρως εξαρτημένη από τις εξωτερικές συνθήκες «ευτυχία» του νεογνού και όχι στη συνειδητή, αληθινή ευτυχία του πλήρως ενήλικου και πραγματικά σοφού ανθρώπου.

Υπάρχουν κάποιες βασικές αντιρρήσεις σχετικά με τη γνωσιακή θεραπεία.
Η μία είναι απέναντι στην ίδια της την βάση, αν δηλαδή όντως κάποιες σκέψεις που πιστεύουμε, οι πεποιθήσεις μας γύρω από τα γεγονότα, είναι αυτές που ευθύνονται για όλες μας τις συναισθηματικές αντιδράσεις.

Αυτό είναι εύκολο να το ελέγξει κάποιος, αρκεί να καταγράψει τις σκέψεις που κάνει απέναντι σ’ ένα γεγονός που τον κάνει να νοιώθει δυσάρεστα και μετά να χρησιμοποιήσει την φαντασία του για να δει πώς θα ένοιωθε αν δεν πίστευε αυτές τις σκέψεις. Τότε θα διαπιστώσει μόνος του ότι θα ένοιωθε καλύτερα. Ίσως συναντήσει μία δυσκολία στην αρχή στο να διαπιστώσει ποιες είναι αυτές οι σκέψεις, αλλά αν ψάξει, θα τις βρει.

Επίσης η άποψη ότι ένα γεγονός οδηγεί κατ’ ευθείαν σε μία συναισθηματική αντίδραση χωρίς να μεσολαβεί μία πεποίθηση, είναι προφανές ότι δεν ευσταθεί, αφού αν ήταν έτσι, όλοι οι άνθρωποι, κάθε στιγμή θα είχαμε τις ίδιες συναισθηματικές αντιδράσεις απέναντι στα ίδια γεγονότα.

Ξέρουμε όμως από την πείρα μας πως διαφορετικοί άνθρωποι νοιώθουν διαφορετικά συναισθήματα απέναντι στα ίδια γεγονότα, αλλά και ότι ακόμα και εμείς οι ίδιοι δεν αισθανόμαστε πάντα ταυτόσημα απέναντι σε παρόμοιες καταστάσεις, κάτι που υποδηλώνει πως μία μεταβλητή παράμετρος μεσολαβεί ανάμεσα στο γεγονός και το συναίσθημα. (Όσον αφορά την περίπτωση που εμείς οι ίδιοι αντιδρούμε μερικές φορές διαφορετικά απέναντι στο ίδιο γεγονός, αυτό εξηγείται απ’ το ποια σκέψη θα περάσει εκείνη τη στιγμή απ’ το μυαλό μας και ποια θα πιστέψουμε).

Πέραν των παραπάνω, η άποψη ότι δεν μεσολαβεί τίποτα ανάμεσα στα γεγονότα και τα συναισθήματα αποκλείει την χρησιμότητα της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας και της ψυχοθεραπείας εντελώς. Πραγματικά, αν δεχόμασταν την απ’ ευθείας αντιστοιχία γεγονότος-συναισθήματος, τότε η ενασχόληση του ανθρώπου με οποιοδήποτε σύστημα φιλοσοφίας, ψυχολογίας ή ψυχοθεραπείας -όχι μόνο με την γνωσιακή θεωρία και θεραπεία- θα ήταν εντελώς μάταιη πρακτικά.

Αν αυτά που νοιώθουμε καθορίζονται απ’ τα γεγονότα κατ’ ευθείαν, αν δεν μεσολαβεί καμία μεταβλητή παράμετρος, τότε τι μπορούμε να αλλάξουμε με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία; Και τι νόημα θα είχε να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε ψυχολογικά προβλήματα με άλλο τρόπο εκτός από τα φάρμακα;

Η απόρριψη της ιδέας ότι ανάμεσα στα γεγονότα και τα συναισθήματα μεσολαβεί μία εσωτερική παράμετρος, στερεί από τον άνθρωπο κάθε ελπίδα προσωπικής ανάπτυξης και προόδου και τον μετατρέπει σε μία μηχανή που δεν μπορεί παρά να αντιδρά με συγκεκριμένους τρόπους απέναντι σε συγκεκριμένα ερεθίσματα.

Αν αρνηθούμε την ιδέα της εσωτερικής μεταβλητής ανάμεσα στα γεγονότα και την ψυχική μας κατάσταση, τότε σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι έρμαιο των γεγονότων, δηλαδή δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να βελτιώσει τη θέση του. Αν τα πράγματα πάνε καλά, τότε μόνο θα μπορεί να νοιώθει ωραία, διαφορετικά, θα οφείλει να είναι δυστυχής.

Ασφαλώς εδώ θα μπορούσε κάποιος να εγείρει την αντίρρηση ότι ο άνθρωπος και πάλι θα μπορούσε να κάνει πράγματα για να τροποποιήσει προς όφελός του την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά θα αγνοούσε έναν πολύ σημαντικό παράγοντα:

Κανένας δεν μπορεί να πετύχει τίποτα αναφορικά με την εξωτερική πραγματικότητα, αν δεν έχει την κατάλληλη ψυχική διάθεση κι αυτή η ψυχική διάθεση θα παραμείνει κακή όσο δεν αλλάζει η εξωτερική πραγματικότητα, τουλάχιστον σύμφωνα με την θεωρία ότι ανάμεσα στα γεγονότα και τα συναισθήματα δεν μεσολαβεί καμία μεταβλητή.

Όλοι οι άνθρωποι που καταφέρνουν κάτι, είτε το αναγνωρίζουν είτε όχι το οφείλουν κατά 90% στο ότι δεν βασανίζονται ιδιαίτερα από δυσάρεστα συναισθήματα και μόνο κατά 10% σε ξεχωριστά ταλέντα που ενδεχομένως να είχαν, κι αυτό το 10% το αναφέρω μόνο για τα πολύ εξαιρετικά και ξεχωριστά επιτεύγματα. Χωρίς μία στοιχειωδώς καλή ψυχική κατάσταση, δεν θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν το δυναμικό τους, τουλάχιστον όχι πάνω από ένα μικρό ποσοστό του.

Αν ένας άνθρωπος λοιπόν τυχαίνει να έχει μέσα του πολύ άγχος ή φόβο ή θλίψη ή ενοχή ή θυμό κ.λπ. πάνω από ένα ορισμένο κρίσιμο σημείο, τότε άσχετα από την ευφυΐα, τα ταλέντα, τις γνώσεις, την πείρα, που διαθέτει, δεν θα μπορέσει να αλλάξει την εξωτερική πραγματικότητα προς το καλύτερο, γιατί αυτά τα συναισθήματα θα τον κρατάνε από το να αξιοποιήσει επαρκώς το όποιο δυναμικό του.

Η άποψη ότι ανάμεσα στα γεγονότα και την ψυχική κατάσταση δεν μεσολαβεί κανένας παράγοντας που να αλλάζει, καταδικάζει στη δυστυχία κάθε άνθρωπο με ψυχική ταραχή ενός βαθμού και πάνω, τον εγκλωβίζει σ’ ένα εφιαλτικό αδιέξοδο: για να γίνει καλύτερη η ψυχική του κατάσταση, πρέπει να αλλάξει την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει την εξωτερική πραγματικότητα από αυτό καθ’ αυτό το γεγονός ότι η ψυχική του κατάσταση, όντας πολύ κακή, δεν του το επιτρέπει.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο άνθρωπος που βασανίζεται από δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις πάνω από ένα ορισμένο κρίσιμο σημείο, συνήθως δεν ανήκει σε μία περιθωριακή μειοψηφία «ψυχικά ασθενών», αλλά πολύ συχνά στην κατηγορία των ανθρώπων που είναι οι πιο ευαίσθητοι και οι πιο εξελιγμένοι με τη δαρβινική έννοια του όρου. (Για περισσότερα πάνω σ’ αυτό το θέμα βλ. το άρθρο «Τι είναι η ευαισθησία και πώς επηρεάζει την αυτοεκτίμησή μας» που συνδέει την χαμηλή αυτοεκτίμηση με την ευαισθησία και το άρθρο «Ποια είναι η πραγματική αιτία που νοιώθουμε δυσάρεστα συναισθήματα;» που συνδέει την ψυχική μας κατάσταση με την αυτοεκτίμηση).

Κλείνοντας το θέμα σχετικά με την αντίρρηση για την βάση της γνωσιακής θεωρίας, έχει σημασία να τονιστεί παρ’ όλο που είναι προφανές ότι κάθε μορφής ψυχοθεραπεία, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο δεν προσπαθεί να αλλάξει την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά την εσωτερική. Είναι σχεδόν αυτονόητο ότι κάτι μέσα στον άνθρωπο προσπαθεί να τροποποιήσει και μ’ αυτόν τον τρόπο να αλλάξει την ψυχική του κατάσταση προς την κατεύθυνση της ψυχικής υγείας. Η γνωσιακή θεωρία και πρακτική διαφέρει από άλλες μορφές ψυχοθεραπείας απλά στο ότι στοχεύει κατ’ ευθείαν στην πιο βαθιά ουσία αυτού του «κάτι», διευκρινίζοντάς το και ονομάζοντάς το «πεποιθήσεις».

Μια άλλη αντίρρηση αναφορικά με τη γνωσιακή θεραπεία είναι ότι κάνει χρήση της λογικής για την αποκατάσταση της συναισθηματικής ισορροπίας, τη στιγμή που είναι γνωστό εξ’ εμπειρίας ότι υπάρχει χάσμα μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Για παράδειγμα, λέει κάποιος, καταλαβαίνω με τη λογική μου ότι η σκέψη «θα πέσει το αεροπλάνο» είναι μόνο μία υπόθεση και μάλιστα η λιγότερο πιθανή, αλλά αυτό δεν ελαττώνει τον φόβο μου να πετάξω με αεροπλάνο.

Στην πραγματικότητα, η κατανόηση με τη λογική ότι η σκέψη που μας προκαλεί το δυσάρεστο συναίσθημα δεν είναι αλήθεια, οδηγεί σταθερά στην βελτίωση της ψυχικής μας κατάστασης, απλά χρειάζονται κάποιες απαραίτητες προϋποθέσεις που θα δούμε αμέσως παρακάτω.

Η πρώτη είναι να κατανοήσουμε κάτι πάρα πολύ σημαντικό:

Τα συναισθήματα πολύ συχνά λένε ψέματα.

Χωρίς να το καταλαβαίνουμε, θεωρούμε ότι τα συναισθήματα λένε πάντα την αλήθεια, ενώ αυτό δεν ισχύει. Δηλαδή όταν είμαστε στενοχωρημένοι, πιστεύουμε ότι αφού νοιώθουμε στενοχώρια, σημαίνει ότι κάτι μας λείπει ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να μην μας λείπει τίποτα. Όταν είμαστε φοβισμένοι, πιστεύουμε ότι για να αισθανόμαστε φόβο, πάει να πει ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος ενώ πιθανότατα είμαστε ασφαλείς.

Όταν είμαστε αγχωμένοι, πιστεύουμε ότι για να βιώνουμε άγχος, σημαίνει ότι παραμονεύει κάτι δυσάρεστο ενώ είναι πιθανό να μην υπάρχει λόγος ανησυχίας. Όταν είμαστε θυμωμένοι, πιστεύουμε ότι για να νοιώθουμε θυμό, πράγματι μας έκαναν κάτι κακό ενώ μπορεί αυτό να μην ισχύει. Όταν ζηλεύουμε, πιστεύουμε ότι για να νοιώθουμε ζήλεια, είναι δεδομένο ότι οι άλλοι έχουν κάτι καλό που δεν έχουμε εμείς ενώ μπορεί κάλλιστα να μην έχουν.

Όταν βασανιζόμαστε από ενοχές, πιστεύουμε ότι για να νοιώθουμε ενοχές, όντως κάναμε κάτι κακό ενώ είναι πιθανόν να μην έχουμε κάνει τίποτα το κακό. Όταν νοιώθουμε αίσθημα κατωτερότητας πιστεύουμε ότι για να αισθανόμαστε έτσι, πράγματι είμαστε κατώτεροι ενώ δεν είμαστε κ.ο.κ..

Επίσης τα συναισθήματα λένε ψέματα και ως προς την έντασή τους. Δηλαδή σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα, μπορεί να λένε αλήθεια όσον αφορά το ότι κάτι μας λείπει ή υπάρχει κάποιος κίνδυνος ή κάναμε ή μας έκαναν κάτι κακό, αλλά υπερβάλλουν όσον αφορά τον βαθμό. Μπορεί π.χ. ο θυμός μας να είναι τόσο έντονος που να μας λέει πως μας έκαναν πολύ μεγάλο κακό, ενώ το κακό που μας έκαναν είναι πολύ μικρού βαθμού και το ίδιο ισχύει και με όλα τα συναισθήματα.

Τα συναισθήματα λένε ψέματα γιατί ακριβώς βασίζονται σε πεποιθήσεις και οι πεποιθήσεις με τη σειρά τους πολλές φορές είναι εσφαλμένες.

Πρώτη προϋπόθεση λοιπόν για να μας βοηθήσει η λογική στο να απολαύσουμε ψυχική υγεία:

Να μην πιστεύουμε ό,τι μας λένε τα συναισθήματα απλά και μόνο επειδή τα νοιώθουμε.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο να βρούμε και τις βαθύτερες πεποιθήσεις που βρίσκονται πίσω από ένα συναίσθημα και όχι μόνο τις επιφανειακές. Στο παράδειγμα με το αεροπλάνο φερ’ ειπείν, η πεποίθηση ότι είναι πολύ πιθανό το αεροπλάνο να πέσει, δεν είναι η μόνη εσφαλμένη πεποίθηση που κρύβεται πίσω από τον υπερβολικό φόβο της αεροπορικής πτήσης (πετοφοβία), αυτή είναι μόνο η πιο επιφανειακή.

Γι αυτό δεν αρκεί να πει κάποιος στον εαυτό του «το αεροπλάνο είναι στατιστικά αποδεδειγμένο ότι είναι το πιο ασφαλές μέσο μεταφοράς» για να υποχωρήσει ο φόβος του για την πτήση. Πίσω από την πετοφοβία κρύβονται κι άλλες αναληθείς πεποιθήσεις που είναι πιο καλά κρυμμένες και που τροφοδοτούν την πεποίθηση «είναι πολύ πιθανό να πέσει το αεροπλάνο» ή τροφοδοτούν κατ’ ευθείαν τον ίδιο τον φόβο. Αν αυτές δεν βρεθούν και δεν αμφισβητηθούν ως προς την αλήθεια τους, ο φόβος δεν μπορεί να υποχωρήσει.

Οι πιο βαθιές απ’ αυτές τις πεποιθήσεις είναι εκείνες που αφορούν στον εαυτό, που έχουν να κάνουν δηλαδή με την εικόνα που έχουμε για μας τους ίδιους. Για παράδειγμα κάποιος μπορεί εξ’ αιτίας τραυματικών εμπειριών του ως παιδί να έχει αποκτήσει πεποιθήσεις όπως «είμαι αδύναμος», «είμαι ανήμπορος», «δεν έχω κανέναν έλεγχο». Αυτός θα είναι ένας ιδιαίτερος λόγος να φοβάται την πιθανότητα να μην πάει κάτι καλά στην πτήση με το αεροπλάνο (π.χ. να έχει αναταράξεις), γιατί θα του ενεργοποιήσει αυτές τις πεποιθήσεις και θα πονέσει πολύ.

Επίσης κάποιος μπορεί να είχε μία μητέρα πολύ συχνά θλιμμένη η οποία πιθανόν και να τα έβαζε και μαζί του ότι την κουράζει, ότι την στενοχωρεί κ.λπ.. Έτσι μπορεί να απέκτησε πεποιθήσεις για τον εαυτό του όπως «είμαι ανήμπορος να βοηθώ άλλους», «είμαι κακός», «είμαι εγωιστής», «είμαι βλαβερός» κ.ά. Αυτό δικαιολογεί να φοβάται ιδιαίτερα μήπως πεθάνει από δική του ευθύνη (αφού επέλεξε ένα φαινομενικά επικίνδυνο μέσο μεταφοράς) κι έτσι προκαλέσει πόνο σ’ αυτούς που αγαπάει και τον αγαπούν.

Τα παραπάνω παραδείγματα δεν είναι φανταστικά και στην πράξη έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι η λύση των βαθύτερων εσφαλμένων πεποιθήσεων για τον εαυτό επιφέρει υποχώρηση του υπερβολικού φόβου.

Προσωπικά ως ψυχοθεραπευτής δίνω ιδιαίτερη έμφαση σ’ αυτές τις πεποιθήσεις. Περισσότερα για τις πεποιθήσεις γύρω από τον εαυτό μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο «Ποια είναι η πραγματική αιτία που νοιώθουμε δυσάρεστα συναισθήματα;» και στα άρθρα όπου παραπέμπει αυτό.

Η τρίτη προϋπόθεση για να έχει αποτέλεσμα η χρήση της λογικής στην καλλιέργεια της ψυχικής ισορροπίας είναι η επανάληψη. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αρκεί το να δούμε μόνο μια φορά με τη λογική ότι δεν υπάρχει πραγματικός λόγος π.χ. να αγχωνόμαστε, να φοβόμαστε, να νοιώθουμε ενοχή κ.λπ.. Χρειάζεται να το δούμε πολλές φορές. Αυτό που δεν καταφέρνει η λογική κατανόηση με τη μια φορά, το καταφέρνει η λογική κατανόηση με τις πολύ συχνές επαναλήψεις. Αυτό το περιγράφει ένα πολύ ωραίο δίστιχο:

Συγχώρα την καρδιά μου που αργεί πολύ να δει,
αυτό που το μυαλό μου με μια ματιά θωρεί.

Η τελευταία επιφύλαξη εναντίον της γνωσιακής θεραπείας στην οποία θα αναφερθούμε προέρχεται κυρίως από την ψυχαναλυτική σχολή και έχει να κάνει με το ότι υποτίθεται πως δεν πάει αρκετά «βαθειά», ότι δηλαδή πρόκειται για μία θεραπευτική προσέγγιση που δεν αγγίζει τις πιο κρυφές και υποσυνείδητες συγκρούσεις του ατόμου καθώς ασχολείται μόνο με κάποιες πεποιθήσεις που εύκολα συνειδητοποιεί.

Η αλήθεια είναι ότι με την γνωσιακή θεραπεία, ιδίως όταν συνδυαστεί με μεθόδους εμπνευσμένες από την ψυχαναλυτική προσέγγιση ή τεχνικές παλινδρόμησης στο παρελθόν, μπορείς να πάει κάποιος όσο βαθιά θέλει• στην πραγματικότητα μάλιστα, καμία άλλη θεραπευτική προσέγγιση δεν μπορεί να πάει πιο βαθιά και πιο γρήγορα απ’ ό,τι η γνωσιακή, διότι απευθύνεται στην ίδια τη ρίζα όλων των ψυχικών αντιδράσεων, τις πεποιθήσεις ή αλλιώς γνωσίες.

Το πόσο βαθιά θα πάει η γνωσιακή θεραπεία, εξαρτάται από το πόσο βαθιά έχει πάει ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής στις δικές του γνωσίες καθώς και από τη βούληση του θεραπευόμενου να θίξει ολοένα και πιο κοντινές στον πυρήνα της ίδιας της ύπαρξής του υποσυνείδητες πεποιθήσεις, πάντως όχι από αυτήν καθ’ αυτήν την θεραπευτική τεχνική.

Ο λόγος που η γνωσιακή ψυχοθεραπεία έχει θεωρηθεί από κάποιους ως σχετικά επιφανειακή θεραπεία είναι αφ’ ενός μεν ο «γάμος» της με την συμπεριφορική θεραπεία η οποία είναι όντως κάπως επιφανειακή και αφ’ ετέρου το ότι στην αρχική της και ίσως την πιο συχνά εφαρμοσμένη της μορφή στην πράξη, η γνωσιακή θεραπευτική προσέγγιση χρησιμοποιείται κυρίως για την διερεύνηση περιφερειακών πεποιθήσεων του ατόμου• αυτές οι πεποιθήσεις είναι σκέψεις που κάνει αυτόματα απέναντι σε διάφορα ερεθίσματα και τις οποίες εύκολα συνειδητοποιεί.

Για να γίνει η πιο ριζική θεραπεία που είναι εφικτή, θα πρέπει να ασχοληθούμε με πεποιθήσεις του ατόμου που είναι πιο γενικές, που αφορούν τον ίδιο του τον εαυτό και που μερικές φορές είναι πολύ καλά κρυμμένες στο υποσυνείδητό του.

Για παράδειγμα, μία γυναίκα στενοχωριέται επειδή ένας άντρας που επιθυμεί δεν ανταποκρίθηκε στο φλερτ της ή επειδή την εγκατέλειψε.

Η πιο επιφανειακή γνωσιακή θεραπευτική προσέγγιση θα ασχοληθεί με το να διερευνήσει κατά πόσον είναι αλήθεια περιφερειακές ή επιφανειακές πεποιθήσεις όπως:

«Αυτός ο άντρας με απέρριψε» (δεν είναι αλήθεια, με την έννοια ότι δεν ισχύει απόλυτα• υπάρχει και η άποψη ότι μπορεί να την αποδέχεται, ακόμα και να την αγαπάει ως άνθρωπο, απλά να μην του ταιριάζει ως ερωτική σύντροφος).

«Αυτός ο άντρας δεν μ’ αγάπησε» (δεν είναι αλήθεια, με την έννοια ότι δεν είναι σίγουρο. Επειδή κάποια στιγμή εξανεμίστηκε το ερωτικό του ενδιαφέρον για κείνη, δεν σημαίνει ότι δεν την αγάπησε στο παρελθόν).

«Αυτός ο άντρας με θεωρεί υποδεέστερη από εμένα» (δεν είναι αλήθεια με την έννοια ότι υπάρχει και άλλη πιθανή άποψη: ίσως να φοβάται να εμπλακεί ή να προχωρήσει μαζί της, διότι εκείνος φοβάται μην τον εγκαταλείψει).

«Αν είχα αυτόν τον άντρα, θα ήμουν ευτυχισμένη μαζί του» (δεν είναι αλήθεια, με την έννοια ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο• τόσες σχέσεις αρχίζουν με επιθυμία και μετά γίνονται πηγή δυστυχίας, ακόμα κι αν η επιθυμία διατηρηθεί).

«Δεν μπορώ να έχω αυτόν τον άντρα» (δεν είναι αλήθεια, με την έννοια ότι δεν είναι 100% σίγουρο• ίσως να χρειάζεται λίγο περισσότερη επιμονή ή άλλο τρόπο προσέγγισης).

«Δεν μπορώ να έχω έναν άντρα που να τον θέλω τόσο πολύ σαν κι αυτόν» (δεν είναι αλήθεια• επειδή δεν την θέλει ο συγκεκριμένος άντρας, δεν σημαίνει ότι δεν θα την θέλει ένας άλλος που επίσης να τον επιθυμεί πολύ).

«Είμαι μόνη μου» (δεν είναι αλήθεια, με την έννοια ότι αυτή είναι μόνο μία άποψη. Επειδή δεν έχει ερωτικό σύντροφο, δεν σημαίνει ότι είναι μόνη της, αφού μπορεί να έχει φίλες και φίλους, αδέλφια, γονείς και άλλους συγγενείς που να την αγαπάνε και να την στηρίζουν).

Η πιο βαθιά γνωσιακή προσέγγιση, δεν θα ασχοληθεί μόνο με το κατά πόσον είναι αλήθεια τα παραπάνω. Θα πάει ακόμα βαθύτερα λαμβάνοντας όλες τις παραπάνω πεποιθήσεις ως γεγονότα για να ανακαλύψει και να θεραπεύσει τη ρίζα του πόνου που είναι πάντα οι πεποιθήσεις για τον εαυτό:

Ας υποθέσουμε ότι αυτός ο άντρας όντως σε απέρριψε, ότι σε θεωρεί υποδεέστερη από κείνον, ότι αν τον είχες θα ήσουν ευτυχισμένη, ότι δεν μπορείς να τον έχεις και ότι δεν μπορείς να έχεις έναν άντρα σαν κι αυτόν. Εσύ τι εικόνα έχεις για τον εαυτό σου, τι άνθρωπος νοιώθεις ότι είσαι όταν θεωρείς ως γεγονότα αυτές τις σκέψεις και νοιώθεις την αντίστοιχη στενοχώρια;

Αυτή η ερώτηση θα βοηθήσει να βρεθούν βαθιές πεποιθήσεις του ατόμου για τον εαυτό του που συνειδητά ούτε του περνούσαν από το μυαλό ότι τις έχει και τις οποίες για ένα διάστημα μπορεί να αρνείται ότι υπάρχουν μέσα του όπως «είμαι αδύναμη, είμαι ανήμπορη, είμαι ανάξια να με αγαπούν, δεν αξίζω να με θέλουν, είμαι ασήμαντη, είμαι άχρηστη, είμαι ένα σκουπίδι, είμαι ένα τίποτα κ.λπ..»

Επίσης θα βοηθήσει η ερώτηση: πότε πιο παλιά ένοιωσες παρόμοια στενοχώρια στη ζωή σου; Κι όταν έρθει μια ανάμνηση, η επανάληψη της ερώτησης: Και πότε ακόμα πιο παλιά; Κι όταν έρθει πάλι μια ανάμνηση, η επανάληψη της ερώτησης: Και πότε ακόμα πιο παλιά; Μέχρι να φτάσουμε σε εμπειρίες της πρώιμης παιδικής ηλικίας του ατόμου και να δούμε πότε, πώς και με ποια μορφή ακριβώς εμφανίστηκαν αρχικά οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του.

Οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό αφού βρεθούν, μπορούν να ακυρωθούν με την ορθή πληροφόρηση, τη συζήτηση και τις κατάλληλες ψυχοθεραπευτικές τεχνικές και έτσι να αποκατασταθεί ριζικά η αλήθεια και εξ’ αυτής η ψυχική γαλήνη. Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν γίνει αυτό, όταν δηλαδή οι πολύ βαθιές πεποιθήσεις για τον εαυτό διαλυθούν, τότε όλες οι αναληθείς περιφερειακές πεποιθήσεις σαν κι αυτές που είδαμε πιο πάνω, υποχωρούν από μόνες τους, όπως ένα ζιζάνιο μαραίνεται αν καούν οι ρίζες του.

Η συμπεριφορική θεραπεία βασίζεται στην σταδιακή έκθεση του πάσχοντα σ’ ένα ερέθισμα ή κατάσταση που του προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα, μέχρι τελικά να εξαλειφθεί η αρνητική συναισθηματική του αντίδραση φόβου, άγχους, έντασης και ως εκ τούτου να τροποποιηθεί ανάλογα και η συμπεριφορά του.

Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί κάποιος να ξεπεράσει τα δυσάρεστα συμπτώματα και τις δυσλειτουργικές συμπεριφορές που διακρίνουν διαταραχές όπως ειδικές φοβίες (κλειστοφοβία, ζωοφοβία κ.ά.), η αγοραφοβία, η κοινωνική φοβία κ.λπ., οι διαταραχές διατροφής, η ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή κ.λπ..

Το ότι ξεπερνιούνται όμως συμπτώματα και συμπεριφορές χωρίς να λυθούν οι ριζικές αιτίες που οδήγησαν στις αντίστοιχες ψυχικές διαταραχές έχει συχνά ως αποτέλεσμα την υποτροπή τους ή την εμφάνιση άλλων δυσάρεστων ψυχικών συμπτωμάτων και δυσλειτουργικών συμπεριφορών.

Η συμπεριφορική θεραπεία συνδυάστηκε με τη γνωσιακή θεραπεία [1] με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η Γνωσιακή – Συμπεριφορική θεραπεία (Cognitive Behavioral Therapy ή εν συντομία CBT). Αυτός ο συνδυασμός έχει τόσο μεγάλη επιτυχία στην γρήγορη αντιμετώπιση πολύ συγκεκριμένων συμπτωμάτων και συμπεριφορών, ώστε σπανίως πλέον μιλάμε για αμιγώς γνωσιακή θεραπεία.

[1] Η γνωσιακή θεραπεία βασίζεται στην αρχή ότι η άμεση αιτία για όλα μας τα δυσάρεστα συναισθήματα δεν είναι ποτέ ένα γεγονός ή μία κατάσταση, αλλά οι πεποιθήσεις μας ή αλλιώς «γνωσίες»(σκέψεις τις οποίες πιστεύουμε) γύρω από το γεγονός ή την κατάσταση. Για τον γνωσιακό ψυχοθεραπευτή η αναθεώρηση αυτών των πεποιθήσεων είναι το κλειδί για την ψυχική υγεία. Περισσότερα γι αυτή τη μορφή ψυχοθεραπείας μπορείτε να διαβάσετε κάνοντας κλικ εδώ.

Παρ’ όλο που η γνωσιακή θεραπεία προσφέρει στην συμπεριφορική ένα βάθος που της λείπει, και πάλι στη συνήθη της μορφή, επειδή ασχολείται με σχετικά επιφανειακές πεποιθήσεις του ατόμου, δεν βελτιώνει θεαματικά το πρόβλημα της «μη ριζικότητας» της θεραπείας στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω.

Πολλοί άνθρωποι ενδιαφέρονται όχι μόνο για μια (συχνά παροδική) ελάττωση συμπτωμάτων και συμπεριφορών, αλλά για μία πιο ριζική θεραπεία τόσο με την έννοια της διάρκειας των αποτελεσμάτων, όσο και με την έννοια της προσωπικής εξέλιξης του εαυτού, δηλαδή της αυτογνωσίας και της προσέγγισης αληθινά πιο ευτυχισμένων καταστάσεων ύπαρξης.

Στον βαθμό λοιπόν που κάποιος έχει τέτοιο προσανατολισμό και παρ’ όλο που τα στοιχεία της συμπεριφορικής θεραπείας είναι σχεδόν πάντα αναντικατάστατα στην πράξη, το βάρος πρέπει να πέσει περισσότερο στην αμιγώς γνωσιακή θεραπεία, όχι όμως υπό τη συνήθη της μορφή που απευθύνεται σε σχετικά επιφανειακές πεποιθήσεις, υπ’ αυτήν που απευθύνεται στις πιο μύχιες πεποιθήσεις του ατόμου.

Εργάζομαι κυρίως ψυχοθεραπευτικά, ωστόσο συνταγογραφώ αρκετές φορές ψυχοφάρμακα. Συνήθως αυτό συμβαίνει σε περιπτώσεις όπου κάποιος είναι πολύ φορτισμένος ψυχικά για να παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα ψυχοθεραπείας οπότε προτείνω για ένα διάστημα παράλληλη φαρμακοθεραπεία και ψυχοθεραπεία και αργότερα σταδιακή διακοπή των ψυχοφαρμάκων. Ωστόσο δεν επιμένω στην φαρμακοθεραπεία αν ο θεραπευόμενος είναι σίγουρος ότι θέλει να αποφύγει τα ψυχοφάρμακα.

Αναφορικά με την απόφαση του αν κάποιος θα πάρει ψυχοφάρμακα ή όχι, ενημερώνω τον θεραπευόμενο για το ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους καθώς και πόσο απαραίτητη είναι η λήψη τους, σύμφωνα με την επιστήμη της ψυχιατρικής και την κλινική μου εμπειρία στην περίπτωσή του.

Από κει κι έπειτα, έχοντας όλα τα δεδομένα στη διάθεσή του, η απόφαση για το αν θα λάβει ψυχοφάρμακα ή όχι λαμβάνεται από κοινού. Είμαι υπέρ της άποψης ότι ο γιατρός ενημερώνει και συμβουλεύει, δεν αναγκάζει ούτε αποφασίζει και διατάζει. Ασφαλώς όπως σε όλους τους κανόνες έτσι κι εδώ υπάρχει μία εξαίρεση, όταν δηλαδή κάποιος έχει χάσει την ικανότητα να κρίνει με αποτέλεσμα να βλάπτει τον εαυτό του ή τους άλλους, τότε η φαρμακευτική αγωγή είναι επιβεβλημένη.

Σε γενικές γραμμές όμως είμαι αντίθετος με το πρότυπο του γιατρού που δίνει θεραπευτική αγωγή ή παραπέμπει σε εργαστηριακές εξετάσεις χωρίς να εξηγεί στον ασθενή, χωρίς να τον περιλαμβάνει στην απόφαση του ποια θεραπευτική μέθοδος θα ακολουθηθεί κι αυτό ισχύει σε κάθε ιατρική ειδικότητα, αλλά ακόμα περισσότερο στην ψυχιατρική.

Διότι είναι διαπιστωμένο ότι όσο μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή του ασθενούς στην θεραπεία του, όσο περισσότερο γνωρίζει τα πώς και τα γιατί της θεραπευτικής του αγωγής και των εξετάσεων που χρειάζεται να κάνει, τόσο πιο πολύ συμμορφώνεται με τις συμβουλές του γιατρού. Και στην ψυχιατρική –πολύ περισσότερο από κάθε άλλη ιατρική ειδικότητα- η μη συμμόρφωση στις ιατρικές συμβουλές είναι ίσως η πιο συχνή αιτία αποτυχίας της θεραπείας.

Ο τρόπος που εργάζομαι ψυχοθεραπευτικά είναι κατ’ αρχήν γνωσιακής βάσης [1]. Ωστόσο δεν θα τον περιέγραφα ως κλασική γνωσιακή ψυχοθεραπεία, για τέσσερις βασικούς λόγους που ακολουθούν.

[1] Ως γνωσιακή βάση εννοείται η αρχή ότι η άμεση αιτία για όλα μας τα δυσάρεστα συναισθήματα δεν είναι ποτέ ένα γεγονός ή μία κατάσταση, αλλά οι πεποιθήσεις μας ή αλλιώς «γνωσίες»(σκέψεις τις οποίες πιστεύουμε) γύρω από το γεγονός ή την κατάσταση. Για τον γνωσιακό ψυχοθεραπευτή η αναθεώρηση αυτών των πεποιθήσεων είναι το κλειδί για την ψυχική υγεία.

α) Χρησιμοποιώ πολλά θεωρητικά στοιχεία και πρακτικές τεχνικές και από άλλες ψυχοθεραπευτικές σχολές όπως η ψυχανάλυση και κυρίως η υπαρξιακή ψυχολογία, αλλά συνταιριάζω αρμονικά μεταξύ τους και μερικά βοηθητικά ψυχοθεραπευτικά εργαλεία που έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς όπως το EMDR, το EFT, το focusing, η παλινδρόμηση στο παρελθόν με ή χωρίς ύπνωση, το work, η μέθοδος Sedona κ.ά.

β) Παρ’ όλο που ασχολούμαι με όλες τις πεποιθήσεις που προκαλούν προβλήματα στον θεραπευόμενο, εστιάζω ιδιαίτερα την προσοχή μου σε πεποιθήσεις που έχει ο θεραπευόμενος για τον εαυτό του, γιατί θεωρώ ότι αυτές συντελούν καθοριστικά στη συντήρηση των υπολοίπων. Ασχολούμαι επίσης και με πολύ γενικές πεποιθήσεις γύρω από τη ζωή.

γ) Στην κλασσική γνωσιακή ψυχοθεραπεία επιχειρείται συνήθως η αντικατάσταση «δυσλειτουργικών πεποιθήσεων» με «λειτουργικές», η αντικατάσταση πεποιθήσεων δηλαδή που προκαλούν δυσάρεστα συναισθήματα και προβλήματα στο άτομο με άλλες που τον απαλλάσσουν από την ψυχική δυσφορία και όσα προβλήματα απορρέουν απ’ αυτήν. Ωστόσο είναι πιο απλή, εύκολη, σταθερή και εξ’ ίσου αρκετή η άρση της βεβαιότητας που έχει το άτομο σε δυσλειτουργικές πεποιθήσεις χωρίς απαραίτητα να πρέπει να τις αντικαταστήσει από άλλες.

δ) Από ένα σημείο εξέλιξης της ψυχοθεραπείας του θεραπευόμενου και μετά του προτείνω -μόνο αν το επιθυμεί και μόνο αν αισθάνεται έτοιμος- να πάμε πιο βαθιά από τα συνήθη όρια της κοινώς εννοούμενης ψυχοθεραπείας, μπαίνοντας στο πεδίο της πνευματικής ανάπτυξης του ανθρώπου και του πραγματικού νοήματος της ζωής.

Αυτό γίνεται πολύ ομαλά, σαν μία συνέχεια και εμβάθυνση της προηγούμενης ψυχοθεραπευτικής μας δουλειάς και όχι σαν κάτι εντελώς διαφορετικό με σαφή και διακριτά όρια. (Σ’ αυτό το site δεν αναπτύσσω αυτήν την πλευρά της ψυχοθεραπευτικής μου προσέγγισης, αν και επιφυλάσσομαι να το κάνω αργότερα).

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά, ο τρόπος που εργάζομαι, βασίζεται πολύ στην μετάδοση ενός μοντέλου για το πώς δουλεύει η ανθρώπινη ψυχή και στην πρόταση τεχνικών για την χρήση αυτής της γνώσης προκειμένου ο θεραπευόμενος να ανακαλύψει και να πραγματοποιήσει αυτά που θέλει πραγματικά.

Αυτό σημαίνει όπως αναφέρω και παρακάτω ότι ο θεραπευόμενος μαθαίνει σιγά-σιγά να θεραπεύει και να εξελίσσει τον εαυτό του έτσι ώστε να μπορεί να συνεχίσει επ’ αόριστον την ψυχοθεραπεία χωρίς να είναι αναγκαία μία μακροχρόνια ψυχοθεραπευτική σχέση με τον ψυχοθεραπευτή, εκτός κι αν φυσικά ο ίδιος το επιθυμεί διότι τον διευκολύνει.

Περισσότερα για τον τρόπο που δουλεύω μπορεί να καταλάβει κάποιος διαβάζοντας άρθρα μου σ’ αυτό το site ξεκινώντας ενδεχομένως με το άρθρο «Ποια είναι η πραγματική αιτία που νοιώθουμε δυσάρεστα συναισθήματα;».

Υπάρχουν ψυχοθεραπείες βραχείας διάρκειας που κρατούν από 2-3 συνεδρίες μέχρι ας πούμε 25, το οποίο σημαίνει ισάριθμες εβδομάδες αν ακολουθηθεί η συνήθης συχνότητα της μιας συνεδρίας εβδομαδιαίως.

Μετά έχουμε τις ψυχοθεραπείες μέσης διάρκειας που κρατούν πάνω από 6 μήνες και φτάνουν μέχρι τα δύο χρόνια.

Τέλος υπάρχουν ψυχοθεραπείες μακράς διάρκειας που κρατούν πάνω από 2 χρόνια, συνήθως όχι κάτω από 5 και μπορεί να φτάσουν και τα 8 ή τα 10 χρόνια. Τυπικός εκπρόσωπος της τελευταίας ομάδας είναι η ψυχανάλυση και όλες οι παρεμφερείς ψυχοθεραπείες.

Η τυπική γνωσιακή ψυχοθεραπεία ανήκει στην πρώτη κατηγορία των βραχειών ψυχοθεραπειών.

Ωστόσο τις περισσότερες φορές είναι αδύνατο μέσα σ’ ένα σύντομο χρονικό διάστημα λίγων εβδομάδων ή και μηνών να λυθούν κάποια ψυχολογικά προβλήματα με βαθιές ρίζες που πιθανόν να έχουν πίσω τους δεκαετίες ζωής -τουλάχιστον είναι αδύνατο να λυθούν χωρίς υψηλά ποσοστά υποτροπής.

Στον βαθμό που το επιθυμεί ο θεραπευόμενος, η γνωσιακή ψυχοθεραπεία μπορεί να αγγίξει τις πιο μύχιες πτυχές της ψυχής του και άρα και τις πιο βαθιές ρίζες των ψυχολογικών του προβλημάτων με θετική επίδραση σε όλους τους τομείς της ζωής του, αρκεί φυσικά να έχει κάνει το ίδιο ο ψυχοθεραπευτής στον εαυτό του. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα χρειαστεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ αυτά που αναφέρονται ως «βραχείες» διάρκειες.

Και πάλι όμως εδώ υπάρχει ένα πολύ σημαντικό «ωστόσο»: Ακόμα και με μία τέτοια φιλοδοξία για ριζική ψυχοθεραπεία, είναι δυνατό αυτή καθ’ αυτή η ψυχοθεραπεία με τον ψυχοθεραπευτή να κρατήσει ένα βραχύ χρονικό διάστημα μερικών συναντήσεων και ισάριθμων εβδομάδων. Σ’ αυτό το διάστημα ο θεραπευόμενος μαθαίνει αρκετά για τον εαυτό του και για την ανθρώπινη ψυχή εν γένει και εκπαιδεύεται σε τρόπους με τους οποίους θα είναι σε θέση να συνεχίσει -μετά την διακοπή των συνεδριών με τον ψυχοθεραπευτή- εμβαθύνοντας επ’ αόριστον στη ζωή του την (αυτο)ψυχοθεραπεία. Επίσης δεν αποκλείονται κάποιες διάσπαρτες συναντήσεις με τον ψυχοθεραπευτή όποτε νοιώσει ότι κάπου «κόλλησε» ή ότι έχει ανάγκη για κάποια βοήθεια.

Επικοινωνήστε μαζί μας

ΠΑΝΩ