Σύγκριση ψυχοθεραπείας ψυχοφαρμάκων αναλυτικά

Όλα τα ψυχοφάρμακα έχουν παρενέργειες

Τα ψυχοφάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες, συχνά ενοχλητικές αν και σπάνια επικίνδυνες ή μη αναστρέψιμες. Τα νεότερα ψυχοφάρμακα έχουν λιγότερο ενοχλητικές και λιγότερο επίμονες παρενέργειες από τα παλιά.

Οι συχνότερες παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων είναι πονοκέφαλος, πρόσληψη ή πιο σπάνια απώλεια σωματικού βάρους, διαταραχές στις σεξουαλικές λειτουργίες (ελάττωση της λίμπιντο, μειωμένη ή καθόλου στύση, καθυστέρηση ή αδυναμία οργασμού), δυσκοιλιότητα, ναυτία, πόνοι στην κοιλιά, αϋπνία ή υπνηλία και ψυχική καταστολή ή ψυχική υπερένταση, νευρικότητα, άγχος και ευερεθιστότητα (εύκολος θυμός).

Τις περισσότερες φορές οι  παρενέργειες αυτές αντιμετωπίζονται ή παρέρχονται μετά μερικές (3-5) εβδομάδες θεραπείας και δεν είναι τόσο ενοχλητικές ώστε να χρειαστεί η διακοπή των φαρμάκων.

Ωστόσο αξίζει να διαλύσουμε κάποια ψέματα γύρω από τις παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων:

– Δεν είναι αλήθεια ότι τα ψυχοφάρμακα κάνουν τον ασθενή «φυτό» ή «ζόμπι».

Ναι μεν μερικά απ’ αυτά μπορούν να προκαλέσουν υπνηλία ή καταστολή, αλλά συνήθως η λήψη τους το βράδυ πριν τον ύπνο λύνει αυτό το πρόβλημα και αν δεν το λύσουν, μπορούν να αντικατασταθούν από άλλα χωρίς αυτήν την παρενέργεια.

Επίσης δεν είναι αλήθεια ότι η θεραπευτική ιδιότητα μερικών απ’ αυτά οφείλεται στην δυνατότητά τους για καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Είναι αποδεδειγμένο ότι η θεραπευτική τους ιδιότητα είναι ανεξάρτητη από το αν προκαλούν καταστολή ή όχι στον ασθενή.

Ισχύει πάντως ότι μερικοί ασθενείς αναφέρουν όπως θα δούμε παρακάτω μία ελάττωση στην ένταση των συναισθηματικών τους αντιδράσεων που δεν έχει όμως καμία σχέση με την εικόνα του «φυτού» ή του «ζόμπι».

– Δεν ισχύει ότι όλοι οι άνθρωποι που θα πάρουν ψυχοφάρμακα, θα εμφανίσουν παρενέργειες.

Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό δεν ενοχλείται καθόλου. Αυτό το ποσοστό, από την προσωπική μου εμπειρία έχω δει ότι διαφέρει σημαντικά ανάμεσα σε δύο ομάδες ανθρώπων: αυτούς που δεν έχουν καμία επιφύλαξη στο να πάρουν ψυχοφάρμακα και τα δέχονται ως μία σχεδόν αυτονόητη λύση στο πρόβλημά τους και αυτούς που από την αρχή έχουν αντιρρήσεις, χρειάζονται πολλή συζήτηση για να πειστούν να τα πάρουν και έχουν πολλές επιφυλάξεις διαφόρων ειδών εναντίον τους.

Στην πρώτη ομάδα εκείνων που δεν έχουν επιφυλάξεις, η πλειοψηφία (έως και 70%) θεωρεί αμελητέες τις παρενέργειες, ούτε καν τις προσέχει πολλές φορές. Αντίθετα, στην δεύτερη ομάδα εκείνων που έχουν επιφυλάξεις, το μεγαλύτερο ποσοστό (έως και 90%) εμφανίζουν ενοχλητικές παρενέργειες (όχι όμως επικίνδυνες) που σε αρκετές περιπτώσεις τους οδηγούν στο να τα διακόψουν.

Αυτό πιθανότατα οφείλεται στο ότι οι άνθρωποι που είναι προκατειλημμένοι εναντίον των ψυχοφαρμάκων είναι απολύτως φυσικό και μάλλον αναπόφευκτο αφ’ ενός μεν να μεγεθύνουν στη συνείδησή τους την όποια παρενέργεια που σε άλλη περίπτωση θα περνούσε απαρατήρητη, αφ’ ετέρου δε να υποβάλλονται και να εμφανίζουν συμπτώματα τα οποία προκαλεί ουσιαστικά υποσυνείδητα το μυαλό τους*.

Μπορούμε να πούμε ότι αυτό το φαινόμενο συνιστά μία υποσυνείδητη αντίσταση στην συνέχιση της λήψης του φαρμάκου το οποίο από την αρχή δεν έβλεπαν θετικά. Σε πολλές περιπτώσεις αυτή η αντίσταση τους βγαίνει σε καλό, γιατί αποφεύγουν ένα σοβαρό μειονέκτημα των ψυχοφαρμάκων που είναι η απώλεια της ευκαιρίας του να αποτελέσει η ψυχική διαταραχή έναυσμα για ουσιαστική ψυχική εξέλιξη (βλ. παρακάτω στην ενότητα με τον τίτλο «κατά πόσο το ψυχολογικό πρόβλημα γίνεται ευκαιρία για ψυχική εξέλιξη).

[*Η δύναμη του μυαλού να παράγει συμπτώματα είναι τεράστια και μπορεί να φτάσει να προκαλέσει ακόμα και αντικειμενικώς παρατηρούμενα σημεία όπως π.χ. εξανθήματα.

Η δύναμη της υποβολής αποδεικνύεται πάρα πολύ συχνά στις μελέτες αποτελεσματικότητας και παρενεργειών των φαρμάκων. Σ’ αυτές τις μελέτες, οι ασθενείς χωρίζονται σε δύο ομάδες και η μία ομάδα παίρνει το πραγματικό φάρμακο ενώ η άλλη ένα εικονικό, μία αδρανή ουσία.

Ούτε οι γιατροί που χορηγούν το φάρμακο ούτε οι ασθενείς που το παίρνουν γνωρίζουν αν είναι το πραγματικό ή το εικονικό (ωστόσο όλοι γνωρίζουν ότι λαμβάνουν μέρος σε μία έρευνα). Αυτό γίνεται ακριβώς για να μην αλλοιώνονται τα αποτελέσματα από το φαινόμενο της υποβολής, τόσο του ασθενούς όσο και του θεράποντος γιατρού.

Σ’ αυτές τις μελέτες λοιπόν, εκτός του ότι πολύ μεγάλο ποσοστό των ασθενών που λαμβάνουν το εικονικό φάρμακο εμφανίζουν βελτίωση στην πάθησή τους, συχνά το ποσοστό τους που εμφανίζει παρενέργειες είναι πολύ κοντά στο αντίστοιχο ποσοστό των ασθενών που λαμβάνουν το πραγματικό φάρμακο].

Με τα ψυχοφάρμακα μερικές φορές ελαττώνεται η ψυχική ευαισθησία του ατόμου

Μερικοί ασθενείς αναφέρουν ότι τα ψυχοφάρμακα τους προκαλούν μία αίσθηση άμβλυνσης όλων των συναισθηματικών αντιδράσεων και όχι μόνο των δυσάρεστων.
Δηλαδή οι συναισθηματικές διακυμάνσεις που βιώνουν δεν έχουν τόσο ψηλές κορυφές και τόσο βαθιές κοιλάδες όπως πριν πάρουν τα φάρμακα.

Αυτό συμβαίνει πολύ πιο συχνά με φάρμακα της κατηγορίας των σταθεροποιητών της διάθεσης που χρησιμοποιούνται στην διπολική διαταραχή (παλιότερος όρος μανιοκατάθλιψη) και των αντιψυχωτικών που χρησιμοποιούνται στις ψυχώσεις όπου ούτως ή άλλως η χρήση τους είναι σχεδόν πάντα αναπόφευκτη, αλλά μερικοί ασθενείς αναφέρουν το ίδιο φαινόμενο και με τα αντικαταθλιπτικά.

Μερικά άτομα νοιώθουν ότι είναι ή ότι θα γίνουν ψυχικά εξαρτημένα από τα ψυχοφάρμακα

Αυτό το μειονέκτημα το βιώνουν συνήθως άτομα που από την αρχή έχουν επιφυλάξεις στο να πάρουν ψυχοφάρμακα είτε για λόγους που ισχύουν, σαν αυτούς που βλέπουμε εδώ είτε για λόγους που δεν ισχύουν και που επίσης αναφέρουμε σ’ αυτό το άρθρο.

Μερικοί άνθρωποι δηλαδή όταν παίρνουν ψυχοφάρμακα, νοιώθουν ότι βασίζονται σε ουσίες για την ψυχική τους υγεία και όχι σε δικές τους δυνάμεις. Αυτό τους δίνει μία αίσθηση εξάρτησης αλλά και ένα πλήγμα στην αυτοεκτίμησή τους αφού υποτίθεται ότι θα έπρεπε να τα βγάζουν πέρα μόνοι τους.

Ο αντίλογος εδώ είναι πως έτσι κι αλλιώς όλοι οι άνθρωποι είναι εξαρτημένοι από ένα σωρό πράγματα για να είναι καλά, όπως το να έχουν μία μεγάλη ποικιλία από υλικές ανέσεις, να έχουν ανθρώπους να τους αγαπούν, να έχουν δημιουργική απασχόληση, ενδεχομένως να παίρνουν φάρμακα για την διατήρηση της σωματικής τους υγείας κ.λπ..

Ουσιαστικά δεν αλλάζει τίποτα με το να προστεθεί μία εξάρτηση παραπάνω. Δεν είναι ότι κάποιος ήταν ανεξάρτητος από πράγματα και καταστάσεις για να είναι καλά και έγινε εξαρτημένος τώρα που παίρνει ψυχοφάρμακα. Έτσι κι αλλιώς εξαρτημένος ήταν.

Απλά εκείνο που συμβαίνει όταν κάποιος έχει ανάγκη από φαγητό, ρούχα, στέγη, ανθρώπους γύρω του, ακόμα και από φάρμακα για την σωματική του υγεία προκειμένου να είναι καλά, δεν διεγείρεται μέσα του η πεποίθηση ότι θα έπρεπε να μην τα έχει ανάγκη όλ’ αυτά. Αντίθετα, όταν έχει ανάγκη από ψυχοφάρμακα για να νοιώθει καλά, αισθάνεται συχνά ότι έπρεπε να μην τα έχει ανάγκη, έπρεπε να κάνει κάτι ο ίδιος για να είναι καλά.

Κι αυτή η τελευταία πεποίθηση πατάει σε μία αλήθεια που θα δούμε παρακάτω και που έχει να κάνει με το κατά πόσον η θεραπεία με τα ψυχοφάρμακα είναι ουσιαστική και κατά πόσον το ζητούμενο είναι απλά κάποιος να απαλλαγεί από κάποια δυσάρεστα συμπτώματα ή το να εξελιχθεί ως άνθρωπος γενικότερα.

Με την ψυχοθεραπεία διατηρείται μια αίσθηση ανεξαρτησίας ότι το άτομο βασίζεται στις δικές του δυνάμεις (και όχι σε ουσίες) για να αντιμετωπίζει τα προβλήματά του

Ασφαλώς μπορεί να υπάρξει ένα διάστημα που το άτομο να αισθανθεί ότι εξαρτάται από τον ψυχοθεραπευτή, όμως αυτή η αίσθηση σιγά-σιγά ξεπερνιέται για δύο λόγους από τους οποίους ο πρώτος ισχύει για κάθε τύπο ψυχοθεραπείας και ο δεύτερος για την γνωσιακή ψυχοθεραπεία:

α) Με την ψυχοθεραπεία αίρονται σταδιακά τα βαθύτερα αίτια του αρχικού ψυχολογικού προβλήματος κι έτσι ο θεραπευόμενος δεν έχει πια ανάγκη τον ψυχοθεραπευτή για να είναι ψυχολογικά καλά.
β) Ο θεραπευόμενος διδάσκεται στο πώς να αντιμετωπίζει τα ψυχολογικά του προβλήματα από μόνος του κι έτσι αφού το μάθει, μπορεί να (συνεχίσει να) θεραπεύει τον εαυτό του χωρίς να εξαρτάται από τον ψυχοθεραπευτή.

Με την ψυχοθεραπεία αντιμετωπίζονται οι βαθύτερες αιτίες των ψυχολογικών προβλημάτων

Δηλαδή μπορεί π.χ. κάποιος να υποφέρει στη ζωή του ψυχικά, αλλά αυτό να έχει διάφορα βαθύτερα αίτια που μπορεί για παράδειγμα να είναι:

Το ότι βιώνει χρόνια έλλειψη επικοινωνίας με τους γύρω του με αποτέλεσμα να αισθάνεται ή να έχει υποσυνείδητα βαθιά μέσα του μοναξιά.

Το ότι δεν έχει στενούς φίλους ή ερωτικό σύντροφο ή έχει κάποιον που όμως δεν του ταιριάζει, με αποτέλεσμα πάλι συνειδητά να νοιώθει ή υποσυνείδητα να έχει μοναξιά.

Το ότι κάνει μια δουλειά που δεν του αρέσει ή που δεν αξιοποιεί τις δυνατότητές του ή που αισθάνεται ότι δεν την κάνει καλά.

Το ότι κάποια πρόσωπα από το περιβάλλον του τού φέρονται με έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω τρόπους: δεν τον αποδέχονται· δεν αποδέχονται τις επιλογές του· δεν εγκρίνουν αυτά που κάνει για τον εαυτό του· δεν αναγνωρίζουν αυτά που κάνει για τους άλλους· τον καταπιέζουν, του λένε τι να μη κάνει, τι να κάνει και πώς να το κάνει· τον υποτιμούν, τον προσβάλλουν και γενικά δεν του δείχνουν σεβασμό συστηματικά.

Το ότι δίνει συνεχώς στους άλλους και παραμελεί τον εαυτό του και έχει μεγάλη δυσκολία να πει όχι σ’ αυτά που του ζητάνε.

Το ότι δεν έχει διάθεση να δώσει σε κανέναν και στερείται την χαρά του να δίνει.

Το ότι δεν παίρνει από πουθενά αγάπη, τρυφερότητα, στοργή, στήριξη.

Το ότι δεν έχει βρει τι πραγματικά επιθυμεί στη ζωή του ή στερείται χρονίως κάποια πράγματα που θέλει, με αποτέλεσμα να υπάρχει μέσα του αίσθημα ματαίωσης και απογοήτευσης.

Το ότι ζει εκπληρώνοντας συνεχώς υποχρεώσεις, μέσα σ’ ένα ασφυκτικό πρόγραμμα που δεν τον αφήνει να πάρει ευχαρίστηση.

Το ότι το ίδιο το άτομο δεν ικανοποιείται από τον εαυτό του ό,τι κι αν κάνει και γενικά δεν αντλεί ευχαρίστηση από τον τρόπο της ζωής του γιατί του διαφεύγει το βαθύτερο νόημά της.

Και άλλα.

Κάτω από αυτές τις αιτίες των ψυχικών προβλημάτων που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος βρίσκονται άλλες πιο βαθιές και κάτω από εκείνες, άλλες ακόμα πιο βαθιές. (Οι βαθύτερες όλων των αιτιών των ψυχικών προβλημάτων είναι κοινές για όλους τους ανθρώπους και έχουν να κάνουν με τις πεποιθήσεις που έχει ο καθένας για τον εαυτό του. Για περισσότερα πάνω σ’ αυτό το θέμα, μπορείτε να ανατρέξετε στο άρθρο «Ποια είναι η πραγματική αιτία που νοιώθουμε δυσάρεστα συναισθήματα;»)

Πολύ συχνά λοιπόν όλες αυτές τις αιτίες τις απωθεί στο υποσυνείδητό του, με αποτέλεσμα ψυχική δυσφορία και δυσλειτουργικές συμπεριφορές που μπορούν να εκφραστούν ως μία τυπική ή άτυπη ψυχική διαταραχή (απουσία δηλαδή ψυχικής υγείας που δεν πληροί τα κριτήρια κάποιας από τις αναγνωρισμένες ψυχιατρικές διαταραχές). Όλες αυτές τις βαθύτερες αιτίες μία ψυχοθεραπεία τις αποκαλύπτει και τις θεραπεύει και όσο πιο κοντά στο «αληθινή» είναι, τόσο πιο βαθιά φτάνει.

Με τα ψυχοφάρμακα η θεραπεία είναι περισσότερο σε επίπεδο συμπτωμάτων, επιφανειακή.

Το ψυχοφάρμακο αγνοεί κάθε τέτοια βαθύτερη αιτία και διορθώνει την ψυχική διαταραχή επεμβαίνοντας μόνο στον βιολογικό παράγοντα που συνιστά την βάση για την βίωση κάθε δυσάρεστου συναισθήματος και της εκδήλωσης κάθε δυσλειτουργικής συμπεριφοράς.

[Ας σημειώσουμε εδώ ότι όλα τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές του ανθρώπου σχετίζονται με λειτουργίες του εγκεφάλου και άρα αντιστοιχούν πάντα σε βιολογικές, υλικές αλλαγές. Έμμεση απόδειξη αυτής της θέσης στην καθημερινότητα είναι η επίδραση που έχει μία υλική ουσία π.χ. το οινόπνευμα στην ψυχική κατάσταση του ανθρώπου, όπως υποχώρηση του άγχους, υποχώρηση της θλίψης, ψυχική ευφορία, υποχώρηση των φόβων, συμπεριφορά με λιγότερες αναστολές κ.λπ..

Όταν κάποιος χαρεί πολύ επειδή γεννήθηκε το παιδί του ή στενοχωρηθεί πολύ επειδή πέθανε ένας αγαπημένος του, αυτό αντιστοιχεί σε κάποιες μετρήσιμες βιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλό του. Οι βιολογικές αλλαγές είναι το υπόστρωμα των ψυχικών αλλαγών. Ή με άλλα λόγια, οι ψυχικές αλλαγές διενεργούνται μέσω βιολογικών αλλαγών. Δηλαδή αν αυτές οι βιολογικές αλλαγές δεν γινόντουσαν, το άτομο δεν θα ένοιωθε αντίστοιχα και καμία συναισθηματική αλλαγή, ανεξάρτητα από το πόσο αρνητικό ή θετικό είναι ένα γεγονός].

Το ότι τα ψυχοφάρμακα δεν διορθώνουν τις βαθύτερες αιτίες του ψυχικού προβλήματος αλλά μόνο το βιολογικό του υπόστρωμα, έχει δύο βασικές συνέπειες:

Υψηλό ποσοστό επανεμφάνισης (υποτροπής) της ίδιας ή άλλης ψυχικής διαταραχής πιθανώς σε χειρότερη μορφή.

Ο πάσχων ζει μια υποβαθμισμένη ζωή σε σχέση μ’ αυτή που θα μπορούσε, λόγω του ότι τέτοιες αιτίες (όπως αυτές που είδαμε ως παράδειγμα παραπάνω) παραμένουν άλυτες.

Για να γίνει το παραπάνω κατανοητό, ας κάνουμε την εξής αναλογία: Είναι σαν να πονάει το δόντι κάποιου και αντί να πάει στον οδοντογιατρό για να του θεραπεύσει την βαθύτερη και αρχική αιτία του πόνου, το ότι το δόντι έχει π.χ. βλαφθεί από την τερηδόνα, αναστέλλει με αντιφλεγμονώδη παυσίπονα όπως π.χ. niflamol, ponstan, voltaren κ.λπ. μόνο την ενδιάμεση αιτία, δηλαδή την φλεγμονή που προκαλεί η τερηδόνα και η οποία προκαλεί πόνο.

Μπορεί ακόμα να πάρει και φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπως μορφίνη, κωδεΐνη κ.λπ. που αναστέλλουν την άμεση αιτία του πόνου του, δηλαδή τις χημικές διαδικασίες στον εγκέφαλο που αποτελούν το βιολογικό υπόστρωμα του πόνου ως βίωμα.

Αυτό σημαίνει ότι η αρχική, βαθύτερη αιτία του πόνου του (η τερηδόνα) θα παραμένει ανέγγιχτη κι έτσι όταν κόψει τα παυσίπονα, ο πόνος θα επανέλθει και μάλιστα πιθανόν να επανέλθει δριμύτερος, γιατί εν τω μεταξύ (ενόσω έπαιρνε τα παυσίπονα) η τερηδόνα χειροτέρεψε. Επίσης σημαίνει ότι δεν θα μπορεί να φάει τόσο άνετα όσο αν το δόντι του ήταν όντως υγιές, καθώς κάποια ευαισθησία θα παραμένει. Αν πάλι αναισθητοποιήσει εντελώς τα δόντια του, θα έχει μία δυσάρεστη αίσθηση αναισθησίας.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ως ένα μεγάλο βαθμό κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα ψυχοφάρμακα, ότι λειτουργούν δηλαδή περισσότερο ως παυσίπονα παρά ως πραγματική θεραπεία με αποτελέσματα ανάλογα μ’ αυτά του παραδείγματος. Δηλαδή α) Υποτροπή της ψυχικής διαταραχής και ενδεχομένως επιδείνωσή της μετά την διακοπή των φαρμάκων ή και κατά την διάρκεια λήψης τους. β) Υποβάθμιση της ζωής του ανθρώπου λόγω του ότι οι υποκείμενες αιτίες (σαν αυτές που είδαμε πιο πάνω) παραμένουν και ενοχλούν ή λόγω του ότι το άτομο χάνει από την φυσική του ψυχική ευαισθησία.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι με τα ψυχοφάρμακα και επειδή εδώ μιλάμε για ψυχικό πόνο και όχι για σωματικό, δεν ισχύει απόλυτα ότι μία φαρμακευτική αγωγή δεν μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη και ως ένα βαθμό καλά θεμελιωμένη βελτίωση της ψυχικής υγείας του πάσχοντος. Θα δούμε αμέσως παρακάτω το γιατί.

Κατά την διάρκεια της λήψης των ψυχοφαρμάκων, επέρχεται μία βελτίωση των συμπτωμάτων της ψυχικής διαταραχής. Αυτό επιτρέπει στον πάσχοντα μερικές φορές να κάνει πράγματα που βελτιώνουν τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής του και που υπό το βάρος των ψυχολογικών του προβλημάτων του ήταν αδύνατο να κάνει. Π.χ. μπορεί να πιάσει μια δουλειά ενώ ήταν άνεργος ή ν’ αλλάξει δουλειά και να κάνει μία που τον ευχαριστεί πιο πολύ, να ξεκινήσει μία ερωτική σχέση ή να φύγει από μία προβληματική, να κοινωνικοποιηθεί κ.λπ..

Βελτιώνοντας λοιπόν τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής του έχει λιγότερες αφορμές που να ερεθίζουν τις υποκείμενες, βαθύτερες αιτίες της ψυχικής του διαταραχής κι έτσι αυτή η διαταραχή μπορεί να μην επανεμφανιστεί για πολλά χρόνια ή και ισόβια.
[Ουσιαστικά αυτό που γίνεται είναι ότι οι μηχανισμοί απώθησης των βαθύτερων αιτιών, ελλείψει εξωτερικών αφορμών, καταφέρνουν να κρατάνε αυτές τις αιτίες ασυνείδητες και σε μεγάλο βαθμό ανενεργές. Έτσι υποχωρούν τα ψυχολογικά συμπτώματα, παρ’ όλο που οι βαθύτερες αιτίες (που σε τελευταία ανάλυση είναι οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό) δεν έχουν εξαλειφθεί].

Επίσης όσο κρατάει η φαρμακευτική αγωγή, ο πάσχων μπορεί χάρη στην βελτίωση της ψυχικής του κατάστασης, να υιοθετήσει από μόνος του (και χωρίς ψυχοθεραπεία) έναν πιο αντικειμενικό (όχι τόσο αρνητικό) τρόπο σκέψης ο οποίος να παραμείνει και μετά την διακοπή των φαρμάκων χαρίζοντάς του ψυχική υγεία. Σ’ αυτήν την περίπτωση που είναι και η πιο σπάνια, μπορούμε να πούμε ότι τα ψυχοφάρμακα αν και δεν έφεραν αυτά καθ’ αυτά μία ουσιαστική θεραπεία, έθεσαν ωστόσο το πλαίσιο για να γίνει μία σχετικά ουσιαστική (αυτο) θεραπεία εφικτή.

Πάντως εξακολουθεί να ισχύει ότι ο πιο ασφαλής δρόμος για μία ουσιαστική θεραπεία της ψυχικής διαταραχής που θα ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα επανεμφάνισής της ή την εμφάνιση μίας άλλης, είναι η ψυχοθεραπεία.

Μία ψυχοθεραπεία που πάει στο μέγιστο δυνατό βάθος και αγγίζει όχι απλά έναν αρνητικό τρόπο σκέψης γύρω από τα γεγονότα, αλλά την ίδια την εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του, έχει ένα ακόμα πιο σημαντικό πλεονέκτημα εκτός του ότι ελαχιστοποιεί την πιθανότητα της υποτροπής (επανεμφάνιση των ίδιων ή άλλων ψυχολογικών συμπτωμάτων) και του ότι βοηθά στην καλυτέρευση των συνθηκών ζωής του: ότι οδηγεί το άτομο όλο και πλησιέστερα όχι απλά σε μία απαλλαγή από το να υποφέρει ψυχικά από κάποια συμπτώματα τυπικής ή άτυπης ψυχικής διαταραχής, αλλά στο πραγματικό ευ ζην, στην αληθινή ευτυχία μέσα από την υπαρξιακή αυτογνωσία.

Ως υπαρξιακή αυτογνωσία -σε αντιδιαστολή με την προσωπική αυτογνωσία- ορίζω την γνώση του εαυτού όχι ως το συγκεκριμένο πρόσωπο που είναι ο καθένας, αλλά ως άνθρωπος γενικά.

Η προσωπική αυτογνωσία αφορά στην απόκτηση γνώσεων που αφορούν το συγκεκριμένο άτομο προσωπικά, όπως την ατομική του ιστορία, τις δικές του επιθυμίες, τα προσωπικά του κίνητρα, τους φόβους του, τις αξίες του, τις αιτίες που κρύβονται πίσω από τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές του, όλα σε προσωπικό επίπεδο.

Η υπαρξιακή αυτογνωσία πάει πιο βαθιά, και αναφέρεται στην απόκτηση γνώσης του ποιο είναι κάποιος όχι ως το συγκεκριμένο πρόσωπο με την συγκεκριμένη ιστορία, αλλά ποιος είναι ως άνθρωπος, ποια είναι η αξία και η δύναμή του ως άνθρωπος γενικά, το εύρος των συναισθημάτων που μπορεί να νοιώσει και των συμπεριφορών που μπορεί να εκδηλώσει ως άνθρωπος κι ακόμα παραπέρα ποια είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξής του ως άνθρωπος, πέρα από τα στενά όρια του «εγώ».

Πιο συγκεκριμένα, η αληθινή ψυχοθεραπεία οδηγεί τον άνθρωπο στην υπαρξιακή αυτογνωσία, διαλύοντας πεποιθήσεις που έχουν ως κοινή συνισταμένη την πεποίθηση «δεν είμαι εντάξει όπως είμαι», μία πεποίθηση που αποτελεί ψέμα για κάθε άνθρωπο και είναι η αιτία κάθε μορφής δυστυχίας από καταβολής της ανθρωπότητας, αφού εμποδίζει την άνευ όρων αγάπη του εαυτού και κατ’ επέκταση των άλλων.

Ως εκ τούτου μέσα από την αληθινή ψυχοθεραπεία ο άνθρωπος κατακτά καταστάσεις ύπαρξης αληθινά ευτυχισμένες. Φτάνει σε εξελικτικά επίπεδα πολύ πέρα από αυτό που βρισκόταν ο ίδιος πριν του συμβεί η ψυχική διαταραχή ή από το επίπεδο ύπαρξης του ανθρώπου που ποτέ δεν βίωσε κανενός είδους ψυχική διαταραχή. Υπερβαίνει δηλαδή την κατάσταση του απλά φυσιολογικού, μη δυστυχισμένου, μη ψυχικά ασθενούς ανθρώπου.

Αποτελεί πανάρχαια διαπίστωση του στοχαζόμενου ανθρώπου η εξής: Το να είσαι άνθρωπος, ακόμα και «φυσιολογικός» είναι από μόνο του μία προβληματική κατάσταση. Αυτό καθ’ αυτό το να είσαι άνθρωπος από μόνο του είναι μία πρόκληση, κάτι δύσκολο, αφού ο άνθρωπος απ’ ό,τι φαίνεται είναι το μόνο ον που βιώνει πολύ συχνά συγκρούσεις μεταξύ ασύμβατων μεταξύ τους επιθυμιών του, μεταξύ επιθυμιών του και διαφόρων «πρέπει» ή «δεν πρέπει», μεταξύ επιθυμιών του και φόβων του, μεταξύ φόβων του, μεταξύ επιθυμιών του και της πραγματικότητας.

Το να είναι κάποιος άνθρωπος σημαίνει ασφαλώς κάποιες στιγμές «ευτυχίας» (θα φανεί παρακάτω γιατί θέτω την λέξη εντός εισαγωγικών), αλλά και πολύ πόνο, πολύ φόβο, πολύ αγώνα, πολλή προσπάθεια αλλά και πολλή ανία, αίσθημα υπερκορεσμού, επίμονο αίσθημα έλλειψης βαθειάς ικανοποίησης, εντέλει πολλή δυστυχία συχνά όχι συνειδητή ή τουλάχιστον σίγουρα όχι ευτυχία, που προκύπτει από αυτήν καθ’ αυτήν την ύπαρξη, γι αυτό και λέγεται υπαρξιακή.

Τη ζωή ενός ανθρώπου, φορέα συνειδητά ή υποσυνείδητα της φυσιολογικής, υπαρξιακής δυστυχίας ή τουλάχιστον απουσίας ευτυχίας, μπορούμε να την περιγράψουμε ως εξής:

Μία ζωή όπου ο άνθρωπος δεν βρίσκει την ευτυχία μέσα του, από το ίδιο δηλαδή το γεγονός ότι υπάρχει, αλλά πασχίζει και αγωνίζεται ισοβίως τρέχοντας μέσα σε άγχος, φόβο, ενοχή, θυμό, να την βρει μέσω της ικανοποίησης των επιθυμιών του. Κάθε φορά που ικανοποιεί μία επιθυμία του, νοιώθει για λίγο κάτι που ονομάζει «ευτυχισμένες στιγμές» και που δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ανακούφιση από την ψυχική δυσφορία που του γεννούσε η επιθυμία του μέχρι να εκπληρωθεί. Μετά από λίγο όμως, μία νέα επιθυμία γεννιέται για να του προκαλέσει (νέα σαφή ή ασαφή) αίσθηση ανικανοποίησης και δυσφορίας και αν κι αυτή η επιθυμία εκπληρωθεί, να νοιώσει εκ νέου την ανακούφιση που αποκαλεί στιγμές ευτυχίας.

Ανάμεσα στην εκπλήρωση μιας επιθυμίας του και την γέννηση μιας άλλης, βιώνει μία κατάσταση ηρεμίας που όμως συχνά είναι νοθευμένη από τον φόβο της απώλειας αυτών που έχει και από ένα διαρκές, υποβόσκον ρεύμα ψυχικής ανικανοποίησης ή βαρεμάρας. Απ’ αυτά προσπαθεί να ξεφύγει καταπνίγοντάς τα σε ουσίες (συνήθως μέσα από τσιγάρο, καφέ και αλκοολούχα ποτά) και μ’ ένα σωρό αντιπερισπασμούς της προσοχής του που ερεθίζουν αδιάκοπα και κουραστικά τις αισθήσεις του: τηλεόραση, κινηματογράφος, υπερβολικές διασκεδάσεις, ενασχόληση με κατά 95% ασήμαντα νέα της επικαιρότητας, διοργάνωση αθλητικών γεγονότων, υπερβολική κοινωνικότητα κ.λπ..

Και φυσικά όλα τα παραπάνω ισχύουν, αν σε γενικές γραμμές τα πράγματα του πάνε καλά, όταν δηλαδή οι συνθήκες του επιτρέψουν αργά ή γρήγορα να ικανοποιήσει τις επιθυμίες και όταν -το κυριότερο- οι επιθυμίες του δεν συγκρούονται πολύ συχνά μεταξύ τους, με φόβους του ή με κανόνες ορθής συμπεριφοράς.

Στις πιο συνήθεις περιπτώσεις όμως που πολλές από τις επιθυμίες του σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής (κοινωνικό, επαγγελματικό, οικονομικό, δημιουργικό, ερωτικό, οικογενειακό, σωματικής υγείας) παραμένουν χρονίως ματαιωμένες, βιώνει συχνά άγχος, θλίψη, ενοχές, φόβο, θυμό, εκνευρισμό, ζήλεια, φθόνο κ.ά. με αποτέλεσμα να πληγώνει ο καθένας τον εαυτό του και ο ένας τον άλλον.

Παρ’ όλο λοιπόν που ο άνθρωπος λαχταράει την ευτυχία, τελικά στην καλύτερη περίπτωση αυτό που βρίσκει είναι κάποιες ευχάριστες στιγμές ανακούφισης από το άγχος ή την συχνά ακαθόριστη και μισο-ασυνείδητη θλίψη ή το αίσθημα ανικανοποίησης ή την βαρετή ηρεμία. Αυτές οι στιγμές ανακούφισης μπορεί να είναι από απλά ευχάριστες μέχρι εξαιρετικά ευχάριστες, αλλά δεν παύουν να είναι παροδικές και να μην αφήνουν τίποτα πίσω τους ή μόνο νοσταλγία. Αυτό δεν είναι αληθινή ευτυχία.

Αληθινή ευτυχία είναι μία κατάσταση όπου υπάρχει διαρκώς μία βαθιά αίσθηση ψυχικής πληρότητας, γαλήνης ανεξάρτητης από τις εξωτερικές συνθήκες και αγάπης άνευ όρων προς τον εαυτό και όλους του άλλους εξ’ ίσου.

Ασφαλώς εξακολουθούν να συμβαίνουν ψυχικές αλλαγές χαράς/ λύπης, φιλικής διάθεσης/θυμού, φόβου/ασφάλειας κ.λπ., αλλά είναι επιφανειακές και βιώνονται ως φευγαλέες και ασήμαντες σε σχέση με το άπειρο βάθος της ψυχικής γαλήνης και αγάπης που υπάρχει ως διαρκές υπόστρωμα• κι ο λόγος που ισχύει αυτό είναι ότι έχουμε μάθει πια πως ό,τι κι αν γίνεται εκεί έξω, εμείς είμαστε εντάξει όπως είμαστε κι έτσι κατ’ ουσίαν τα γεγονότα δεν λένε τίποτα για μας.

Είναι το ίδιο περίπου όπως όταν βλέπουμε μία ταινία: ναι μεν βιώνουμε θλίψη, χαρά, φιλικότητα, θυμό, φόβο, ασφάλεια κ.λπ. ανάλογα με τα τεκταινόμενα πάνω στην οθόνη, όμως κατά βάθος είμαστε ήρεμοι και απολαμβάνουμε την ταινία, γιατί ξέρουμε ότι αυτά που συμβαίνουν δεν λένε τίποτα για μας, δεν μας αφορούν.

Εν κατακλείδι, η ψυχοθεραπεία στην υπέρτατη εξελικτική μορφή της μετατρέπει το ατύχημα της ψυχικής διαταραχής σε ευτύχημα. Διότι το άτομο με κίνητρο τα ψυχολογικά προβλήματά του, προσπαθεί αρχικά να μεταβεί από την ψυχοπαθολογική δυστυχία που βιώνει ένας άνθρωπος «με ψυχική διαταραχή» στην φυσιολογική κατάσταση του μέσου ανθρώπου• κατ’ ουσίαν δηλαδή στην φυσιολογική, υπαρξιακή «δυστυχία» ή απουσία πραγματικής ευτυχίας που περιγράψαμε πιο πάνω.

Έτσι όμως ξεκινάει ένα ταξίδι που μπορεί να τον πάει πολύ πέρα απ’ τον αρχικό του στόχο, πέρα δηλαδή κι από τον στόχο της φυσιολογικής, υπαρξιακής δυστυχίας/ απουσίας ευτυχίας του μέσου ανθρώπου προς την κατάσταση της αληθινής, ανεξάρτητης από τις εξωτερικές συνθήκες ευτυχίας που είναι και το νόημα της ζωής.

Με τα ψυχοφάρμακα η ψυχική διαταραχή αντιμετωπίζεται στην καλύτερη περίπτωση σαν μία ατυχία που απλά ξεπερνιέται για να αποκατασταθεί η φυσιολογική κατάσταση του μέσου ανθρώπου. Ως εκ τούτου χάνεται η τεράστια ευκαιρία για αυτογνωσία και προσωπική ανάπτυξη χωρίς όρια που δόθηκε στον πάσχοντα.

Στην ψυχοθεραπεία ζητιέται καταβολή προσπάθειας από τον θεραπευόμενο και ενεργητική συμμετοχή στην θεραπεία του

Στην ψυχοθεραπεία ο θεραπευόμενος καλείται να αντιμετωπίσει δυσάρεστα ζητήματα της ζωής του τα οποία προτιμάει συνήθως να αγνοεί και τα οποία εκκρεμούν μερικές φορές επί πολλά χρόνια.

Επίσης χρειάζεται συχνά να επιτρέψει στον εαυτό του να εστιάσει την προσοχή του και να βιώσει δυσάρεστα συναισθήματα που έχει μάθει να κρατάει απωθημένα ώστε να μπορέσει να τα ξεπεράσει πραγματικά.

Δηλαδή δεν αρκεί να αναφέρει απλά τα δυσάρεστα συμπτώματα που τον οδηγούν στον ειδικό και να περιμένει παθητικά εκείνος να του τα λύσει όπως συμβαίνει στο κλασικό μοντέλο της σχέσης ιατρού – ασθενούς. Ο ψυχοθεραπευτής και ο θεραπευόμενος κάνουν δουλειά από κοινού, συν-εργάζονται με σκοπό το καλό του θεραπευόμενου.

Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος που ένα μάλλον μικρό ποσοστό των ανθρώπων με ψυχολογικά προβλήματα επιλέγουν την ψυχοθεραπεία προτιμώντας την ευκολία των ψυχοφαρμάκων.

Τα μειονεκτήματα αυτά της ψυχοθεραπείας απέναντι στα ψυχοφάρμακα, στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα παραπάνω από αναγκαία προϋπόθεση για τα πλεονεκτήματά της τα οποία εξετάσαμε πιο πάνω και κυρίως το πλεονέκτημα που έχει να κάνει με το πόσο ουσιαστική και ριζική είναι η θεραπεία.

Τέλος, ειδικά στην γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία (συνδυασμός γνωσιακής και συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας) ο θεραπευόμενος καλείται να ασκήσει τον τρόπο σκέψης του και της συμπεριφοράς του, κάτι το οποίο απαιτεί συγκέντρωση προσοχής και καταβολή προσπάθειας. Αυτό φυσικά το «κόστος» ξεπληρώνεται πολλαπλάσια με το παραπάνω από την ταχύτητα, το βάθος και την ακρίβεια που μπορεί να φτάσει η γνωσιακή ή η γνωσιακή – συμπεριφορική θεραπεία αναφορικά με τα αποτελέσματά της.

Η θεραπεία με τα ψυχοφάρμακα δεν απαιτεί καμία καταβολή προσπάθειας από τον θεραπευόμενο ούτε ενεργητική συμμετοχή εκ μέρους του.

Στην θεραπεία με ψυχοφάρμακα ο θεραπευόμενος δεν μπαίνει σε καμία διαδικασία ανακίνησης θεμάτων που τον ενοχλούν ούτε βίωσης επώδυνων συναισθημάτων.

Σ’ αυτήν την περίπτωση διατηρείται ουσιαστικά η κλασική σχέση (παθητικού) ασθενούς – (ενεργητικού) ιατρού όπως σε κάθε άλλη ιατρική ειδικότητα, όπου ο ιατρός έχει όλη την ευθύνη να προτείνει την κατάλληλη θεραπεία και ο ασθενής απλά να την ακολουθήσει.

Ο ασθενής δηλαδή δεν συμμετέχει ενεργά στην θεραπεία του και δεν έχει να κάνει τίποτα με το μυαλό του και την συμπεριφορά του• το καθήκον του περιορίζεται στο να λαμβάνει επιμελώς τα φάρμακά του σύμφωνα με τις οδηγίες του ψυχιάτρου.

Σύγκριση αποτελεσματικότητας σε μη ψυχωτικές, τυπικές ψυχικές διαταραχές

Μελέτες που συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας με την αποτελεσματικότητα των ψυχοφαρμάκων έχουν γίνει αναφορικά με την γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία (συνδυασμός γνωσιακής και συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας) και για συγκεκριμένες τυπικές ψυχικές διαταραχές, συγκεκριμένα για την μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και την γενικευμένη αγχώδη διαταραχή.

Αυτές οι μελέτες έδειξαν ότι η αποτελεσματικότητα των δύο ειδών θεραπείας είναι περίπου η ίδια όταν εκτιμάται μέχρι έξι μήνες μετά την έναρξή τους.

Ωστόσο όπως ήταν αναμενόμενο, με βάση αυτά που αναφέραμε πιο πάνω, το ποσοστό υποτροπής (επανεμφάνισης των συμπτωμάτων) μετά το τέλος της θεραπείας ήταν σημαντικά χαμηλότερο στην ομάδα των ασθενών που ακολούθησαν την γνωσιακή ψυχοθεραπεία.

Από την άλλη μεριά, όταν μιλάμε για ανθρώπους που υποφέρουν από μη ψυχωτικές ψυχικές διαταραχές γενικά και όχι για επιλεγμένα άτομα που πάσχουν από συγκεκριμένες ψυχικές διαταραχές και τα οποία είναι κατάλληλα* και διαθέσιμα* για ψυχοθεραπεία, και όταν μιλάμε για κάθε είδος ψυχοθεραπείας και όχι ειδικά την γνωσιακή – συμπεριφορική όπως έγινε στις μελέτες που αναφέραμε, τότε πιθανότατα τα πράγματα αλλάζουν.

[*βλ. παρακάτω παραγράφους «Σύγκριση αποτελεσματικότητας αναφορικά με ψυχική ωριμότητα και ικανότητα για αυτοπαρατήρηση», «Σύγκριση αποτελεσματικότητας σε ψυχώσεις, νοητική υστέρηση, σοβαρού βαθμού μη ψυχωτικές ψυχικές διαταραχές και περιόδους κρίσης» και «Θέμα καταβολής προσπάθειας στην κάθε θεραπεία»]

Δηλαδή είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου τα ψυχοφάρμακα δίνουν ταχύτερα αποτελέσματα απ’ ό,τι η ψυχοθεραπεία• και υπάρχουν και περιπτώσεις – μάλλον λιγότερες- όπου τα ψυχοφάρμακα είναι αυτά που αργούν περισσότερο να δώσουν λύση, διότι καθυστερεί η ανεύρεση του σωστού φαρμάκου που θα βελτιώσει την εικόνα του ασθενή χωρίς ιδιαίτερα ενοχλητικές παρενέργειες.

Εντούτοις θα πρέπει να τονίσουμε ότι η αποτελεσματικότητα των δύο ειδών θεραπείας είναι παρόμοια ή βραδύτερη στην ψυχοθεραπεία για τις μη ψυχωτικές διαταραχές όταν το κριτήριο της αποτελεσματικότητας είναι πολύ επιφανειακό, όταν δηλαδή το κριτήριο είναι μόνο η υποχώρηση των συμπτωμάτων που οδήγησαν τον πάσχοντα στον ειδικό.

Όταν μιλάμε για θεραπεία της ανθρώπινης ψυχής, η υποχώρηση μόνο ή όχι των συμπτωμάτων του πάσχοντα, είναι μεν σημαντική, όμως δεν είναι καθόλου ασφαλές κριτήριο επιτυχίας της θεραπείας.

Δηλαδή μία θεραπεία (φαρμακευτική ή ψυχοθεραπευτική) η οποία επέφερε ύφεση των συμπτωμάτων πιθανόν να είναι σε τελευταία ανάλυση πιο αποτυχημένη σε σχέση με μία θεραπεία (ψυχοθεραπευτική που πάει σε βάθος) η οποία δεν έχει επιφέρει ακόμα ύφεση των συμπτωμάτων.

Διότι τα φάρμακα (ή μία ψυχοθεραπεία παρηγορητικού τύπου που δεν πάει βαθιά), μπορεί να φέρει ψυχική ανακούφιση όχι επειδή θεραπεύτηκε ο ασθενής, αλλά επειδή απωθήθηκαν (πολλές φορές προσωρινά) οι βαθύτερες αιτίες της διατάραξης της ψυχικής του υγείας. Και από την άλλη μεριά, με μια βαθιά ψυχοθεραπευτική προσέγγιση ενδέχεται (αν και όχι συχνά) να καθυστερήσει η υποχώρηση των συμπτωμάτων μέχρι να αποδώσει στο φανερό επίπεδο η ουσιαστική θεραπεία.

Αυτό μοιάζει με το παράδειγμα με τον πονόδοντο, όπου μία θεραπεία με παυσίπονα φέρνει θεαματικά και γρήγορα αποτελέσματα τα οποία όμως είναι παραπλανητικά όταν το μοναδικό κριτήριο είναι η ύφεση του πόνου• αντίθετα μία χειρουργική θεραπεία που αντιμετωπίζει την ρίζα του προβλήματος μπορεί να κρατήσει μία χρονική περίοδο αρκετών επισκέψεων στον οδοντίατρο κατά την διάρκεια της οποίας ο πόνος δεν αποκλείεται να επιμένει περισσότερο προσωρινά.

Άλλωστε μία ριζική ψυχοθεραπευτική προσέγγιση δεν εστιάζει μόνο στην απάλειψη των συμπτωμάτων και των προβλημάτων εν γένει που οδήγησαν τον θεραπευόμενο στον ειδικό, αλλά και στην καλλιέργεια της ψυχικής γαλήνης και βαθιού αισθήματος «καλώς έχειν» ακόμα και για όσο επιμένουν αυτά τα συμπτώματα και προβλήματα και μέχρι να υποχωρήσουν τελικά.

Σύγκριση αποτελεσματικότητας σε μη τυπικές ψυχικές διαταραχές

Εκεί όπου η ψυχοθεραπεία υπερέχει από την φαρμακοθεραπεία καθιστώντας την μάλλον άστοχη επιλογή, είναι σε μια πληθώρα περιπτώσεων (έως και πάνω από το 50% των ανθρώπων που αναζητούν την βοήθεια ειδικού για ψυχολογικά ζητήματα) όπου ο άνθρωπος δεν υποφέρει από μία τυπική ψυχική διαταραχή. Ως τυπική εννοώ μία ψυχική διαταραχή με συγκεκριμένα πρότυπα συμπτωμάτων, προβλέψιμη πορεία και σχετικά σαφή όρια έναρξης και αποδρομής, απ’ αυτές δηλαδή που περιγράφονταν ανέκαθεν στα κλασσικά διαγνωστικά εγχειρίδια ψυχιατρικής.

Είναι οι περιπτώσεις όπου τον άνθρωπο απασχολούν ψυχολογικά προβλήματα που έχουν να κάνουν με χρόνια πρότυπα συναισθηματικών αντιδράσεων και συμπεριφορών όπως κάποιες που αναφέραμε πιο πάνω:

Δυσκολίες στις σχέσεις του με τους άλλους όπως εμπόδια στο να νοιώσει αγάπη, να δοθεί, να αφεθεί και άρα να τις ευχαριστηθεί. Δυσχέρεια να διαλύσει μία σχέση που δεν τον ικανοποιεί προκειμένου να δημιουργήσει μία καινούργια πιο ικανοποιητική. Αδυναμία να δημιουργήσει ή να διατηρήσει μία σχέση γενικά ή που να τον ικανοποιεί.

Υπερβολικό δόσιμο στους άλλους, μεγάλη αναστολή στο να λέει όχι όπου απαιτείται και να υπερασπιστεί τα όριά του ή δυσκολία αντίθετα στο να πάρει χαρά από το μοίρασμα και το δόσιμο. Προβλήματα από εύκολες εξάρσεις ασυγκράτητου θυμού.

Δυσχέρεια να ευχαριστηθεί από τη δουλειά του. Απροθυμία να εργαστεί γενικά ή αναστολή στο να εργαστεί κατά τρόπο που να του προσδίδει την επιθυμητή οικονομική άνεση. Δυσκολία να καθορίσει τι θέλει. Διάχυτη αίσθηση ανικανοποίησης στη ζωή ή αίσθηση ότι είναι σε λάθος πορεία ή θέση. Αναβλητικότητα, αναποφασιστικότητα, βασανισμός από συχνά ή χρόνια, μεγάλα ή μικρά διλήμματα.

Δυσκολία στην διεκδίκηση αυτών που του αναλογούν και του αξίζουν στη ζωή. Υπερβολική ντροπαλότητα και συστολή.

Ροπή προς την μελαγχολία και την απαισιοδοξία σε χρόνια βάση. Αγχώδης ιδιοσυγκρασία, ανησυχία, τάση να ελέγχει κάποιος πλήρως τα πάντα. Πολλές ενοχές για το παραμικρό ή και χωρίς προφανή αιτία.

Και άλλα πολλά.

Σ’ όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η φαρμακοθεραπεία έχει πολύ φτωχά αποτελέσματα (στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν επίσημες μελέτες που να υποδεικνύουν την χρήση τους όπως ισχύει με τις τυπικές ψυχικές διαταραχές) ενώ μία ψυχοθεραπεία που πηγαίνει σε βάθος, δίνει την λύση.

Σύγκριση αποτελεσματικότητας σε ψυχώσεις, νοητική υστέρηση, σοβαρού βαθμού μη ψυχωτικές ψυχικές διαταραχές και περιόδους κρίσης

Από την άλλη μεριά στις ψυχώσεις (δηλαδή στις ψυχικές διαταραχές όπου δεν διατηρείται η επαφή του ασθενούς με την πραγματικότητα λόγω ψευδαισθήσεων ή/και παράλογων ιδεών), τα πράγματα είναι διαφορετικά σε σχέση με τις νευρώσεις (τυπικές, μη ψυχωτικές) και τις μη τυπικές ψυχικές διαταραχές. Εκεί η φαρμακοθεραπεία υπερέχει της ψυχοθεραπείας.

Πράγματι, η ψυχοθεραπεία (από μόνη της) είναι από καθόλου έως λίγο αποτελεσματική ενώ η φαρμακοθεραπεία (από μόνη της) είναι σε πολύ ψηλό ποσοστό ικανοποιητικά αποτελεσματική. Με άλλα λόγια στις ψυχώσεις δεν τίθεται καν ζήτημα σύγκρισης ψυχοθεραπείας / φαρμακοθεραπείας, αφού ακόμα και αν εφαρμοστεί ψυχοθεραπεία, αυτή γίνεται σχεδόν πάντα παράλληλα με φαρμακοθεραπεία.

Τα ίδια που ισχύουν για τις ψυχώσεις, ισχύουν και για τις περιπτώσεις όπου το άτομο που υποφέρει ψυχικά υστερεί νοητικά είτε από αιτίες παιδικής νοητικής καθυστέρησης είτε εξ’ αιτίας κάποιας μορφής γεροντικής ή προγεροντικής άνοιας είτε από άλλη αιτία.

Επίσης η ψυχοθεραπεία δεν είναι επαρκώς αποτελεσματική -ενώ τα ψυχοφάρμακα δίνουν ικανοποιητική λύση- σε καταστάσεις όπου κάποιος υποφέρει από μία ψυχική διαταραχή σε σοβαρό βαθμό καθώς και σε περιόδους κρίσης ή έντονης ψυχικής αναστάτωσης ή σύγχυσης. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα ψυχοφάρμακα είναι τις περισσότερες φορές αναγκαία, τουλάχιστον προσωρινά μέχρι το άτομο να μπορέσει να ωφεληθεί από την ψυχοθεραπεία.

Σύγκριση αποτελεσματικότητας αναφορικά με ψυχική ωριμότητα και ικανότητα για αυτοπαρατήρηση

Ψυχική ωριμότητα είναι η τάση που έχει κάποιος να αναζητά μέσα στον ίδιο του τον εαυτό τις αιτίες (στον βαθμό που υπάρχουν) για τα δεινά που του συμβαίνουν, κατ’ αρχήν σε πρακτικό επίπεδο σε κάθε τομέα της ζωής του (κοινωνικό, ερωτικό, επαγγελματικό, δημιουργικό, οικονομικό, οικογενειακό, υγείας) και εν συνεχεία σε ψυχολογικό (συναισθήματα, ψυχική κατάσταση, ψυχική διάθεση).

Ικανότητα για αυτοπαρατήρηση είναι η ικανότητα του ανθρώπου να μπορεί να συνειδητοποιεί και να θυμάται τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, τις επιθυμίες του, τα κίνητρά του, τα λόγια και τις πράξεις του καθώς και τις συνέπειες των λόγων και των πράξεών του.

Είναι αλήθεια ότι ψυχοθεραπεία υστερεί σημαντικά απέναντι στα ψυχοφάρμακα στο γεγονός ότι απαιτεί κάποια ελάχιστα όρια ψυχικής ωρίμανσης και ικανότητας για αυτοπαρατήρηση κάτω από τα οποία δεν μπορεί να ωφελήσει. Ασφαλώς μπορεί να βοηθήσει και στα δύο αυτά να βελτιωθούν σε τεράστιο βαθμό, όμως απαιτεί ένα ελάχιστο όριο εκκίνησης και δυναμικής για εξέλιξή τους από τον θεραπευόμενο.

Η προτεινόμενη συχνότητα των συνεδριών στην ψυχοθεραπεία εξαρτάται από το είδος της ψυχοθεραπείας, π.χ. στην τυπική ψυχανάλυση φτάνει και τις 4 εβδομαδιαίως. Στην γνωσιακή ή την γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία η προτεινόμενη τυπική συχνότητα είναι μία φορά την εβδομάδα και μπορεί να γίνει από 2 φορές την εβδομάδα έως και μία φορά τις δύο εβδομάδες, ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες του θεραπευόμενου.

Η θεραπεία με ψυχοφάρμακα βασίζεται σε μία αρχική -σχετικά πιο εκτεταμένη χρονικά- επίσκεψη στον ψυχίατρο η οποία κρατάει από 15 έως 45 λεπτά ανάλογα με τη σοβαρότητα του περιστατικού και το πλαίσιο όπου γίνεται η εξέταση (σε δημόσιους οργανισμούς ο μέσος χρόνος ακόμα και για την πρώτη επίσκεψη δεν ξεπερνά τα 15 λεπτά). Η πρώτη επίσκεψη κρατάει περισσότερο από τις επόμενες, γιατί χρειάζεται να γίνει η εκτίμηση του προβλήματος του ασθενούς.

Οι επόμενες συναντήσεις που γίνονται συνήθως ανά μήνα, κρατούν λιγότερο (10 με 15 λεπτά), καθώς εκεί γίνεται μόνο η εκτίμηση της πορείας του ασθενούς και η επίλυση πιθανόν προβλημάτων από τις παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων.

Αναφορικά με τη συνολική διάρκεια της θεραπείας, αυτή ποικίλει πολύ και για τα δύο είδη και μπορεί να είναι από μερικές εβδομάδες μέχρι πολλά χρόνια.

Για την ψυχανάλυση μία τυπική διάρκεια είναι πέντε χρόνια. Για την γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία μία τυπική διάρκεια είναι έξι μήνες (περίπου 25 συνεδρίες) και για την φαρμακοθεραπεία είναι το ίδιο περίπου, έξι μήνες.

Ωστόσο στην πράξη, ακόμα και η γνωσιακή ψυχοθεραπεία ενδέχεται να επεκταθεί σημαντικά χρονικά, ανάλογα με τις ανάγκες και την επιθυμία και την διάθεση του θεραπευόμενου για ψυχολογική εμβάθυνση και εμπέδωση ριζοσπαστικά καινούργιων τρόπων αντίληψης του εαυτού και του κόσμου.

Η ψυχοθεραπεία πάντως -ειδικά η γνωσιακή- μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον από τον ίδιο τον θεραπευόμενο προς τον εαυτό του και μετά την διακοπή των επισκέψεων στον ειδικό αφού έχει έντονα τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης του θεραπευόμενου στην αυτο-θεραπεία.

Επίσης με την γνωσιακή ψυχοθεραπεία μπορεί κάποιος να ωφεληθεί σημαντικά, ακόμα και από τρεις – τέσσερις συνεδρίες, όμως αυτό δεν θα είναι μία ολοκληρωμένη ψυχοθεραπεία.

Η θεραπεία με φάρμακα δίνει στις περισσότερες περιπτώσεις πιο σταθερά αποτελέσματα αν ακολουθηθεί τουλάχιστον ένα χρόνο. Αρκετά συχνές είναι και οι περιπτώσεις –λόγω του φαινομένου της υποτροπής μετά την διακοπή της αγωγής- που κάποιος χρειάζεται να παίρνει ψυχοφάρμακα επί πολλά χρόνια έως και ισοβίως.

Από τα παραπάνω σχετικά με την απαιτούμενη συχνότητα και την διάρκεια των επισκέψεων στον ειδικό προκύπτει ότι η ψυχοθεραπεία είναι πιο δαπανηρή σχετικά με την θεραπεία με ψυχοφάρμακα εκτός κι αν μιλάμε για πολύ ακριβά ψυχοφάρμακα.

Επίσης, δεδομένου ότι οι σύντομες ψυχιατρικές επισκέψεις και το κόστος των ψυχοφαρμάκων καλύπτονται από την ασφάλεια του ασθενούς, για τον ασθενή η θεραπεία με τα ψυχοφάρμακα είναι σημαντικά πιο φθηνή απ’ ό,τι η ψυχοθεραπεία.

ΠΑΝΩ