Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή

Για τη διάγνωση της ψυχαναγκαστικής καταναγκαστικής διαταραχής είναι απαραίτητο να υπάρχουν ψυχαναγκασμοί ή καταναγκασμοί ή και τα δύο.

Οι ψυχαναγκασμοί ορίζονται ως εξής:

1. Είναι επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις (λέγονται και «ιδεοληψίες» ή στην καθομιλουμένη «έμμονες ιδέες»), εικόνες ή παρορμήσεις που το άτομο τις βιώνει -αν όχι απ’ την αρχή πάντως κάποια στιγμή στην πορεία της διαταραχής- ως ενοχλητικές, σαν ξένες προς το εγώ του και ανεπιθύμητες, του προκαλούν δε έντονο άγχος ή άλλου τύπου ψυχική δυσφορία.

Για παράδειγμα, μπορεί να είναι επίμονες, επαναλαμβανόμενες σκέψεις ότι κάποιος άλλος θα πάθει κακό ή ότι ο ίδιος θα προκαλέσει ή θα πάθει κακό· επίμονες, επαναλαμβανόμενες εικόνες με δυσάρεστο περιεχόμενο όπως εικόνες θανάτου, τραυματισμού, αρρώστιας· επίμονες, επαναλαμβανόμενες παρορμήσεις για καταναγκασμούς (βλ. παρακάτω).

2. Οι σκέψεις, εικόνες και παρορμήσεις δεν είναι απλά υπερβολικές ανησυχίες για πραγματικά προβλήματα της ζωής.

3. Το άτομο επιθυμεί να σταματήσουν αυτές οι σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις και προσπαθεί να τις αγνοήσει ή να τις καταστείλει με άλλες σκέψεις ή πράξεις όπως είναι οι καταναγκασμοί (βλ. παρακάτω) ή οι συχνές ερωτήσεις προς τους άλλους για να το καθησυχάσουν.

4. Το άτομο αναγνωρίζει ότι παρ’ όλο που αντιλαμβάνεται τις επίμονες σκέψεις, εικόνες και παρορμήσεις σαν ξένες προς το εγώ του, είναι προϊόντα του μυαλού του και δεν επιβάλλονται απ’ έξω.

Οι καταναγκασμοί ορίζονται ως εξής:

1. Επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (όπως π.χ. να νίβει κάποιος τα χέρια του δεκάδες φορές την ημέρα, να ελέγχει αν κλείδωσε την πόρτα ή αν έκλεισε τον θερμοσίφωνα πολλές φορές τη μία μετά την άλλη και να μην ησυχάζει, να τακτοποιεί τα αντικείμενα με την παραμικρή απόκλιση απ’ το πώς έχει στο μυαλό του ότι πρέπει να είναι) ή νοητικές πράξεις (όπως το να σκεφτεί ή να πει από μέσα του τρεις φορές μία προσευχή ή μία συγκεκριμένη φράση ή να μετρήσει κάτι από το περιβάλλον του όπως π.χ. πόσοι άνθρωποι υπάρχουν σε μία αίθουσα ή πόσοι απ’ αυτούς φοράνε γυαλιά ή πόσα πλακάκια έχει επάνω του ένας τοίχος κ.λπ.). Αυτές τις επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοητικές πράξεις το άτομο νοιώθει αναγκασμένο να τις εκτελέσει ως απάντηση σε αντίστοιχους ψυχαναγκασμούς.

Στους καταναγκασμούς μπορούμε να συμπεριλάβουμε και τις επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις που κάνει ο πάσχων προς τους άλλους με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο προκειμένου να παίρνει ξανά και ξανά τις ίδιες καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις, αν το περιεχόμενο της ιδεοληψίας (του ψυχαναγκασμού) είναι κάποιος φόβος για κάτι που θα συμβεί στο μέλλον.

2. Οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοητικές πράξεις έχουν σαν σκοπό να αποτρέψουν ή να μειώσουν την ψυχική δυσφορία που αισθάνεται το άτομο από τους ψυχαναγκασμούς. Ωστόσο σχετικά μ’ αυτές οι συμπεριφορές ή νοητικές πράξεις συμβαίνει ένα από τα δύο: είτε δεν συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με την αιτία της ψυχικής δυσφορίας που πάνε να εξουδετερώσουν (π.χ. αν πω τρεις φορές το πάτερ ημών, οι γονείς μου δεν θα πάθουν τίποτε κακό) είτε είναι προφανώς υπερβολικές (όπως το να νίβει κάποιος πολλές φορές τα χέρια του για λόγους υγιεινής, να ελέγχει επανειλημμένα κάτι που μόλις έλεγξε για λόγους ασφαλείας κ.λπ.).

Προκειμένου να διακριθεί η ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή από τις ψυχωτικές διαταραχές , πρέπει το άτομο σε κάποιο σημείο της διαταραχή του να έχει επίγνωση ότι οι ψυχαναγκασμοί ή οι καταναγκασμοί του είναι υπερβολικοί ή παράλογοι.

Η ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή διαχωρίζεται επίσης από άλλες διαταραχές που έχουν κι αυτές ψυχαναγκασμούς και καταναγκασμούς οι οποίοι όμως περιορίζονται σε συγκεκριμένους τομείς όπως είναι υποτιθέμενα ελαττώματα στην εμφάνιση (σωματοδυσμορφική διαταραχή), υποτιθέμενες σοβαρές ασθένειες (υποχονδρίαση), την τροφή (νευρωτική ανορεξία, βουλιμία), ουσίες (εξάρτηση από ουσίες ή κατάχρηση ουσιών όπως αλκοόλ, οπιοειδή κ.λπ.), τράβηγμα τριχών (τριχοτιλλομανία), σεξουαλικές παρορμήσεις ή φαντασιώσεις (παραφιλίες όπως σαδισμός, μαζοχισμός, επιδειξιομανία, παιδοφιλία κ.ά.).

Η Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ή με την πιο σωστή απόδοσή της από τα αγγλικά (Obsessive Compulsive Disorder) Ψυχαναγκαστική Καταναγκαστική Διαταραχή, έχει πιθανότητες να εμφανίσει έως και το 2,5% των ανθρώπων στη ζωή τους. Η συχνότητα είναι η ίδια και για τα δύο φύλα.

Βιολογικοί παράγοντες που ενοχοποιούνται για την ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή

Έχει βρεθεί ότι στην ΨΚΔ εμπλέκονται βιολογικοί παράγοντες. Σ’ αυτήν την υπόθεση συνηγορούν τα εξής στοιχεία:

• Υπάρχει κάποιου βαθμού κληρονομικότητα. Τα ομοζυγωτικά δίδυμα αδέλφια (δίδυμα αδέλφια από το ίδιο ωάριο) πασχόντων από ΨΚΔ έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να πάθουν κι αυτά ΨΚΔ απ’ ό,τι τα ετεροζυγωτικά δίδυμα αδέλφια (δίδυμα αδέλφια από διαφορετικά ωάρια). Επίσης τα παιδιά γονέων που πάσχουν από ΨΚΔ έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν ΨΚΔ, ακόμα και αν έχουν ανατραφεί από ανάδοχες οικογένειες.

• Διαπιστώνεται δυσλειτουργία, αλλά και υπερτροφία σε επίπεδο βασικών γαγγλίων (ομάδες κυττάρων στον εγκέφαλο) όπως φαίνεται με διάφορες απεικονιστικές τεχνικές του εγκεφάλου (αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία, τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων).

• Η ΨΚΔ εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα σε ασθενείς με νευρολογικές διαταραχές όπως τραυματισμοί στο κεφάλι, επιληψία κ.λπ..

• Η ΨΚΔ ανταποκρίνεται στην φαρμακοθεραπεία με ψυχοφάρμακα που επιδρούν στα επίπεδα της σεροτονίνης στις συναπτικές σχισμές (ο χώρος μέσω των οποίων συνδέονται δύο νευρικά κύτταρα μεταξύ τους). (Για περισσότερα στοιχεία βλ. παρακάτω στην αντιμετώπιση της ΨΚΔ).

Επίσης στην ΨΚΔ η αποτελεσματικότητα των δραστικών ουσιών έναντι των εικονικών φαρμάκων (placebo) είναι εντυπωσιακά μεγαλύτερη, 5 φορές μεγαλύτερη. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης αναφέρουμε ότι στην κατάθλιψη π.χ. οι δραστικές φαρμακευτικές ουσίες είναι μόνο 1,7 έως 2 φορές πιο αποτελεσματικές από τις εικονικές.

• Πολύ σοβαρές μορφές ΨΚΔ ανταποκρίνονται σε νευροχειρουργικές επεμβάσεις (ψυχοχειρουργική). (Βλ. παρακάτω στην αντιμετώπιση της ΨΚΔ).

Χρειάζεται να τονιστεί ότι η κληρονομική προδιάθεση δεν καθορίζει την εμφάνιση μιας διαταραχής, απλά αυξάνει την πιθανότητα να εμφανιστεί μία συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή όταν συνδράμουν και άλλοι εξωγενείς παράγοντες που έχουν να κάνουν με τις (δυσάρεστες) εμπειρίες του ατόμου.

Είναι πολύ πιθανό το άτομο που είχε κάποια κληρονομική προδιάθεση και εμφάνισε ΨΚΔ, να εμφάνιζε ούτως ή άλλως μία άλλη τυπική [1] ή άτυπη ψυχική διαταραχή (με την ευρύτερη έννοια της διατάραξης της ψυχικής υγείας [2]) εξ’ αιτίας των στρεσογόνων εμπειριών του, αν δεν είχε προδιάθεση για ΨΚΔ, αλλά είχε προδιάθεση για μια άλλη ψυχική διαταραχή τυπική ή άτυπη.

[1] Τυπικές ψυχικές διαταραχές είναι αυτές για τις οποίες έχουν προταθεί συγκεκριμένα κριτήρια διάγνωσης σύμφωνα με διαγνωστικά συστήματα όπως το DSM (Diagnostic and Statistical Manual of mental disorders – από τον Αμερικανικό Ψυχιατρικό Σύλλογο) και το ICD (International statistical Classification of Diseases and related health problems από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας). Ωστόσο υπάρχει ένα τεράστιο ποσοστό ίσως και 50% ανθρώπων ψυχικά μη υγειών (με την έννοια ότι δεν απολαμβάνουν ψυχική ευεξία και ομαλές σχέσεις με τους άλλους στην καθημερινότητά τους) με κλινική εικόνα που δεν ταιριάζει σε καμία τυπική ψυχική διαταραχή. Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαμε να πούμε ότι υποφέρουν από κάποια άτυπη ψυχική διαταραχή (ή όπως το θέτουν τα ίδια τα διαγνωστικά συστήματα «ψυχική διαταραχή που προσομοιάζει με κάποια τυπική, αλλά δεν κατατάσσεται σ’ αυτήν την διάγνωση").

[2] Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, « υγεία είναι η κατάσταση της πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι μόνο η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας

Επίσης το ότι βρίσκονται διαταραγμένες διάφορες βιολογικές συνιστώσες στην ΨΚΔ, δεν αποδεικνύει πέραν κάθε αμφιβολίας ότι πάντα αυτές ήταν το αρχικό αίτιο. Κάθε αλλαγή στο ψυχικό επίπεδο ούτως ή άλλως αντιστοιχεί σε μία βιολογική μεταβολή.

Αν κάποιος χαρεί που κέρδισε το λαχείο ή στενοχωρηθεί που χώρισε από τη γυναίκα του, αυτό θα αποτυπωθεί τόσο σε απεικονιστικές τεχνικές του εγκεφάλου όσο και σε μεταβολές στα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών του εγκεφάλου του (ουσίες που μεταφέρουν τις ηλεκτρικές διεγέρσεις από νευρικό κύτταρο σε νευρικό κύτταρο).

Δεν θα ήταν παράλογο λοιπόν να υποθέσουμε ότι αν κάποιος βιώνει πολύ συχνά συγκεκριμένα συναισθήματα και ακολουθεί συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφορών, τότε αυτό θα αντιστοιχεί και σε κάποιες σταθερές, μετρήσιμες μεταβολές σε βιολογικό επίπεδο όπως αυτές που αναφέραμε πιο πάνω.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι συνυπάρχουν αίτια βιολογικά και εξωγενή (ουσιαστικά εμπειρίες του ατόμου) και ότι αυτά συμβάλλουν σε άλλοτε άλλο ποσοστό στην εμφάνιση ΨΚΔ.

Επειδή δεν ξέρουμε σε πιο βαθμό ενέχονται πρωτογενή βιολογικά ελλείμματα, αξίζει πάντα να προσπαθούμε να λύσουμε το πρόβλημα με ψυχοθεραπευτικές (μη φαρμακευτικές) προσεγγίσεις είτε αποκλειστικά είτε -το συχνότερο- σε συνδυασμό με μία προσωρινή φαρμακοθεραπεία.

Μη βιολογικοί παράγοντες που ενοχοποιούνται για την ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή

Ας δούμε τώρα ένα μοντέλο που εξηγεί την εμφάνιση των ψυχαναγκασμών και των καταναγκασμών, με βάση όχι βιολογικούς παράγοντες, αλλά ψυχολογικούς.

Σύμφωνα μ’ αυτό το μοντέλο από την πρώιμη παιδική ηλικία κιόλας το άτομο διαμορφώνει μία εικόνα για τον εαυτό του υποσυνείδητα ανάλογα με τις εμπειρίες του. Προκειμένου το παιδί να έχει μία καλή εικόνα για τον εαυτό του, χρειάζεται να μεγαλώσει με αγάπη χωρίς όρους (και όχι γιατί είναι έξυπνο, όμορφο, καλότροπο, ταλαντούχο κ.λπ.), εκφρασμένη με τρυφερότητα και στοργή, αλλά και με δικαιοσύνη και σεβασμό στην ελευθερία του. Επιπλέον χρειάζεται να ανατραφεί μέσα σε κλίμα ασφάλειας το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει αγάπη και ζεστασιά όχι μόνο προς το ίδιο, αλλά και μεταξύ των υπολοίπων μελών της οικογένειας τόσο μεταξύ των γονέων όσο και μεταξύ των γονέων και των αδελφών του.

Αυτό είναι το ιδανικό. Στον βαθμό που μία οικογένεια αποκλίνει από το ιδανικό, το παιδί διαμορφώνει αρνητική εικόνα για τον εαυτό του, δηλαδή πεποιθήσεις του τύπου «δεν αξίζω να μ’ αγαπούν/ να με σέβονται / να με υπολογίζουν κ.λπ..», «είμαι αδύναμος / ανήμπορος», «είμαι κακός /εγωιστής/ παράξενος / ενοχλητικός» και άλλες πολλές.

Αυτές οι πεποιθήσεις πάνε μαζί με πολύ δυσάρεστα συναισθήματα όπως φόβο, θλίψη, ντροπή, ενοχή τα οποία το παιδί απωθεί στο υποσυνείδητό του μαζί με την αρνητική αυτοεικόνα του. Το ότι απωθεί τα αρνητικά συναισθήματα, δεν σημαίνει ότι τα ξεπερνάει πραγματικά.

Σε κάποια στιγμή που μπορεί να έρθει όταν είναι ακόμα παιδί ή αργότερα στην εφηβεία ή στην νεαρή ενήλικη ζωή του, αυτά τα συναισθήματα επιχειρούν να κάνουν την εμφάνισή τους στο συνειδητό. Είναι μία στιγμή όπου χαλαρώνουν οι μηχανισμοί απώθησης ή που το άτομο δέχεται ένα εξωγενές στρες είτε ως μεμονωμένο γεγονός (ένας χωρισμός, απόλυση από τη δουλειά, ένα πρόβλημα υγείας) ή ως «ξεχείλισμα του ποτηριού» μίας παρατεταμένης δυσάρεστης κατάστασης (όπως μία κακή ερωτική σχέση, ένας προβληματικός γάμος, μία καταπιεστική δουλειά, ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας κ.λπ.).

Τότε η ψυχή του κινδυνεύει να κατακλυστεί από φόβο, θλίψη, ντροπή, ενοχή που φαινομενικά έρχονται από το πουθενά. Αυτό είναι τρομακτικό για το μυαλό που δεν θέλει με τίποτα να βιωθούν αυτά τα συναισθήματα ξανά και νοιώθει την ανάγκη να τα κρατήσει υποσυνείδητα διότι είναι εξαιρετικά δυσάρεστα και διότι πιστεύει ότι το άτομο δεν θα μπορέσει να τα αντέξει. Επιπλέον το ότι αυτά τα συναισθήματα φαίνεται να έρχονται από το πουθενά, προκαλούν ένα πρόσθετο μεγάλο φόβο, τον φόβο της απώλειας του ελέγχου.

Αν κάποιος τείνει να κατακλυστεί από φόβο ή θλίψη ή ενοχή ή ντροπή αλλά γνωρίζει την αιτία αυτών των συναισθημάτων, τότε τουλάχιστον έχει κάποιου βαθμού έλεγχο απέναντι στα συναισθήματά του, αφού μπορεί να στραφεί προς την γνωστή αιτία τους και να τα χαλιναγωγήσει.

Αν ξέρει γιατί φοβάται, τότε έχει έναν συγκεκριμένο κίνδυνο να αντιμετωπίσει. Αν ξέρει για ποιο λόγο ακριβώς νοιώθει ενοχή ή ντροπή, τότε έχει μία συγκεκριμένη συμπεριφορά ή ένα συγκεκριμένο ελάττωμά του να διορθώσει κ.ο.κ.

Αν όμως νοιώσει ένα δυσάρεστο συναίσθημα, έτσι αόριστα, χωρίς να γνωρίζει το γιατί, αυτό είναι ανυπόφορο, γιατί δεν έχει κανέναν έλεγχο απέναντι στην αιτία που προκαλεί το συναίσθημα και ως εκ τούτου ούτε στο συναίσθημα το ίδιο.

Το μυαλό ψάχνει λοιπόν ταχύτατα και εναγώνια να βρει μία αιτία για τα αρνητικά συναισθήματα που τείνουν να αναδυθούν στο συνειδητό, προκειμένου να έχει να την αντιμετωπίσει και να αποκτήσει μία αίσθηση ελέγχου επ’ αυτών (διότι όπως είπαμε θεωρεί αυτά τα συναισθήματα απαράδεκτα ως εξαιρετικά δυσάρεστα και επικίνδυνα).

Δεν μπορεί όμως και κυρίως δεν θέλει να βρει την πραγματική αιτία των αρνητικών συναισθημάτων, τις αρνητικές δηλαδή πεποιθήσεις για τον εαυτό και τις παιδικές εμπειρίες πάνω στις οποίες βασίστηκαν αυτές οι πεποιθήσεις. Ο λόγος είναι ότι οι μεν παιδικές εμπειρίες ξέρει πως έτσι κι αλλιώς δεν αλλάζουν, τις δε πεποιθήσεις για τον εαυτό ούτε που διανοείται να τις αμφισβητήσει ως αναντίρρητες αλήθειες.

Έτσι καταφεύγει σε ό,τι βρει πρόχειρο μπροστά του: «Αυτός ο φόβος που πάει να αναδυθεί, είναι γιατί μπορεί να πάθω κάτι κακό, π.χ. να αρρωστήσω από μόλυνση ή να μπει ένας ληστής στο σπίτι και να με σκοτώσει». (Ενώ στην πραγματικότητα είναι από πεποιθήσεις του τύπου «είμαι αδύναμος, είμαι ανήμπορος κ.ά.» που απέκτησε από παιδικές εμπειρίες).

Με την πρόχειρη δικαιολογία που βρήκε όμως, έχει την αίσθηση ότι ξέρει τι έχει να αντιμετωπίσει κι έτσι αποκτά ξανά την αίσθηση του ελέγχου επί του συναισθήματος που πάει να αναδυθεί: «Πρέπει να πλύνω πολλές φορές τα χέρια μου για να μην μολυνθώ». «Πρέπει να ελέγξω πολλές φορές αν έχω κλειδώσει καλά για να μην πέσω θύμα διάρρηξης».

Δηλαδή το άτομο προσπαθεί υποσυνείδητα να τιθασεύσει τον φόβο του που πάει να αναδυθεί στο συνειδητό με το να τον αποδίδει σε ψεύτικες αιτίες και μετά να αντιμετωπίζει με συγκεκριμένες πράξεις αυτές τις αιτίες. Όμως επειδή ακριβώς οι αιτίες που έχει βρει είναι ψεύτικες, γι αυτό και ο φόβος του δεν υποχωρεί παρά μόνο εν μέρει και για λίγο. Πολύ σύντομα ο φόβος τείνει ξανά να επανέλθει στο συνειδητό και έτσι το άτομο αναγκάζεται να επανέλθει στην αντιμετώπιση των ίδιων ψευδο-αιτιών με τους ίδιους τρόπους· έτσι προκύπτουν οι καταναγκασμοί.

Για παράδειγμα, δεν θα νίψει μια φορά τα χέρια του πριν φάει, αλλά θα τα νίβει πενήντα φορές την ημέρα. Δεν θα ελέγξει μια φορά αν έχει κλειδώσει την πόρτα, αλλά θα την ελέγξει δέκα φορές, θα φύγει και θα επιστρέψει μετά από λίγο για να την ελέγξει εκ νέου. Λογικά ξέρει ότι φτάνει μια φορά να νίψει τα χέρια του και ξέρει, το είδε και το ένοιωσε ότι η πόρτα είναι κλειδωμένη. Όμως ο φόβος του είναι από άλλη αιτία, (σε τελευταία ανάλυση είναι οι αρνητικές πεποιθήσεις που έχει για τον εαυτό του). Έτσι ο φόβος επιστρέφει πολύ σύντομα μετά από την εκτέλεση του καταναγκασμού και ο πάσχων κατευθύνεται για πολλοστή φορά στην μόνη οδό που ξέρει για να τον τιθασεύσει: την επανάληψη του καταναγκασμού του.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι ψυχαναγκασμοί και οι καταναγκασμοί έχουν πάντα περιεχόμενο αντίστοιχο των συναισθημάτων που πάνε να καλύψουν. Δηλαδή αν το συναίσθημα που πάει να αναδυθεί στο συνειδητό κάποιου είναι κυρίως ενοχή, τότε οι ψυχαναγκασμοί του θα έχουν περιεχόμενο σχετικό με ενοχή.

Δηλαδή για παράδειγμα, για να δικαιολογήσει μία ενοχή που πάει να αναδυθεί, θα χρειαστεί να επινοήσει ένα πιθανό γεγονός που όχι απλά θα είναι πολύ δυσάρεστο όπως ότι θα μολυνθεί ή θα του διαρρήξουν το σπίτι, αλλά που θα σημαίνει ότι ο ίδιος έγινε αιτία να πάθουν άλλοι κακό. Λ.χ. «θα ξεχάσω το μάτι της κουζίνας αναμμένο, θα πάρει φωτιά το σπίτι και θα καούν οι γονείς μου και τ’ αδέλφια μου» ή «θα ξεχάσω τον θερμοσίφωνα ανοιχτό, θα εκραγεί και θα σκοτωθούν οι αγαπημένοι μου» κ.λπ.. (Στην πραγματικότητα όμως έχει ήδη ενοχή μέσα του εξ’ αιτίας πεποιθήσεων που διατηρεί από παιδί υποσυνείδητα όπως «δεν είμαι καλός, είμαι κακός, είμαι απρόσεκτος, είμαι επιπόλαιος, είμαι αδιάφορος για τους άλλους, είμαι εγωιστής κ.λπ.»).

Με την δικαιολογία που βρήκε όμως το μυαλό του, έχει την αίσθηση ότι ξέρει τι πρέπει να κάνει για να κρατήσει υπό έλεγχο τα πολύ δυσάρεστα συναισθήματα ενοχής που πάει να αποφύγει και να κρατήσει υποσυνείδητα: Να ελέγχει προσεκτικά μήπως από λάθος του πάθουν οι άλλοι κακό και μάλιστα πολύ συγκεκριμένα να μην αφήσει ανοιχτό το μάτι της κουζίνας ή τον θερμοσίφωνα.

Όμως όπως και στο παραπάνω παράδειγμα, η ενοχή του έχει άλλη αιτία κι έτσι όσες φορές και να ελέγξει την κουζίνα ή τον θερμοσίφωνα, το δυσάρεστο αυτό συναίσθημα θα φεύγει για λίγο, αλλά θα επανέρχεται ξανά οδηγώντας τον στην επανάληψη του καταναγκασμού του.

Επίσης με το παραπάνω μοντέλο εξηγείται και το γεγονός ότι το περιεχόμενο των ψυχαναγκασμών και των καταναγκασμών είναι πιθανό να αλλάζει με τον καιρό. Δηλαδή από κει που είναι π.χ. «μήπως άφησα το μάτι της κουζίνας ή τον θερμοσίφωνα ανοιχτό», μπορεί να γίνει «μήπως κατά λάθος έβαλα απορρυπαντικό στο φαγητό αντί γι αλάτι και δηλητηριαστούν όσοι το φάνε» ή «μήπως άφησα την βρύση ανοιχτή και πλημμυρίσει το σπίτι» κ.λπ.. Αυτή η αλλαγή είναι επόμενη, αφού όπως είπαμε η πραγματική αιτία των δυσάρεστων συναισθημάτων που πάει να αποφύγει δεν είναι το ενδεχόμενο που σκέφτεται αλλά οι αρνητικές πεποιθήσεις που έχει για τον εαυτό του.

Να προσθέσουμε ότι η παραπάνω θεωρία δεν εξηγεί μόνο τους ψυχαναγκασμούς (που σε μεγάλο βαθμό ταυτίζονται μ’ αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη «έμμονες ιδέες») και τους καταναγκασμούς της ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχής· με κάποιες απαραίτητες τροποποιήσεις και προσθήκες εξηγεί και τους ψυχαναγκασμούς και τους καταναγκασμούς όλων των διαταραχών που περιλαμβάνουν τέτοια στοιχεία όπως επίσης και περιστασιακές εμμονές που δεν εντάσσονται σε μία πλήρως ανεπτυγμένη τυπική ψυχική διαταραχή.

Για παράδειγμα, η υποχονδρίαση που περιλαμβάνει ψυχαναγκασμούς με συγκεκριμένο αντικείμενο το ότι κάποιος έχει κάποια αρρώστια, υποκρύπτει όλα τα συναισθήματα που θα ένοιωθε αν ο φόβος του αποδεικνυόταν αληθινός. Δηλαδή τι συναισθήματα θα ένοιωθε αν αποκαλυπτόταν ότι όντως πάσχει από μία σοβαρή αρρώστια; Άγχος, ενοχή, φόβο που θα του έκοβε τα πόδια, βαθειά θλίψη που θα τον πλάκωνε σαν πέτρα;

Ε, αυτά τα συναισθήματα είναι ήδη μέσα του υποσυνείδητα, τείνουν να βγουν στο υποσυνείδητο και έχουν ως πραγματική τους αιτία αρνητικές πεποιθήσεις αποκτημένες στην παιδική ηλικία του τύπου «είμαι αδύναμος, ανήμπορος (μπροστά στην αρρώστια, τον πόνο και τον θάνατο)», «είμαι ανάξιος να μ’ αγαπούν και να με στηρίζουν (κι αυτό θα φανεί όταν θα είμαι άρρωστος)», «είμαι βάρος, είμαι ενοχλητικός, είμαι άχρηστος (κι αυτό θα φανεί όταν θα αρρωστήσω)», «είμαι επιπόλαιος, είμαι ανώριμος, είμαι χαζός (επειδή δεν πήρα τα κατάλληλα μέτρα για να μην αρρωστήσω ή για να έχω τα μέσα να αντιμετωπίσω την αρρώστια)» κ.λπ..

Για να μπορέσει λοιπόν να κρατήσει ανενεργές αυτές τις αρνητικές πεποιθήσεις και τα αντίστοιχα δυσάρεστα συναισθήματα που φαίνονται να έρχονται από το πουθενά, πλάθει ένα φανταστικό πρόβλημα ότι έχει μία αρρώστια για την οποία τουλάχιστον έχει την αίσθηση ότι κάτι μπορεί να κάνει για να την αντιμετωπίσει. Πάει από γιατρό σε γιατρό, κάνει την μία ιατρική εξέταση μετά από την άλλη, ρωτάει κάθε τρεις και λίγο τους γύρω του να τον καθησυχάσουν και να τον πείσουν ότι δεν έχει τίποτα κ.λπ..

Όμως η πραγματική αιτία των δυσάρεστων συναισθημάτων που πάει να αποφύγει δεν είναι η υποτιθέμενη αρρώστια, γι αυτό και παρατηρείται το εντυπωσιακό φαινόμενο, να μην πείθεται με κανένα λογικό επιχείρημα ότι είναι υγιής, ακόμα κι όταν πληθώρα γιατρών και ιατρικών εξετάσεων συνηγορούν σ’ αυτό.

Άλλο ένα στοιχείο που συνηγορεί με την παραπάνω θεωρία είναι ότι οι ψυχαναγκασμοί και οι καταναγκασμοί, εντείνονται σημαντικά όταν το άτομο δέχεται ένα στρες. Δηλαδή εκεί που κάποιος ελέγχει π.χ. 40 φορές την ημέρα μήπως άφησε ανοιχτό τον θερμοσίφωνα, αν τσακωθεί με την κοπέλα του ή δεν έχει να πληρώσει το ενοίκιό του, θα αρχίσει να ελέγχει τον θερμοσίφωνα 60 φορές. Φαινομενικά, δεν έχει κανένα λόγο να αυξήσει τους ελέγχους του θερμοσίφωνα επειδή τσακώθηκε με την κοπέλα του ή δεν έχει να πληρώσει το ενοίκιο. Δεν σχετίζονται αυτά τα δύο μεταξύ τους.

Όμως σύμφωνα με την παραπάνω θεωρία υπάρχει μία εξήγηση: Το στρες που δέχθηκε το άτομο, ενεργοποίησε μέσα του τις αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του καθώς και τα σχετικά δυσάρεστα συναισθήματα. Με αφορμή τον τσακωμό με την κοπέλα του: «δεν αξίζω να μ’ αγαπούν, δεν αξίζω να με σέβονται (αφού η κοπέλα μου δεν μου έδειξε αγάπη και σεβασμό)», «είμαι αδύναμος (χωρίς την κοπέλα μου)», «είμαι κακός, εγωιστής, αναίσθητος (στον βαθμό που φταίω για τον τσακωμό)» κ.λπ..

Με αφορμή το απλήρωτο ενοίκιο: «Είμαι αδύναμος, είμαι ανήμπορος (αφού δεν μπορώ να καλύψω βασικές μου ανάγκες όπως η στέγαση)», «είμαι ανώριμος, επιπόλαιος, χαζός, ανίκανος, άχρηστος (αφού κατάντησα να μην έχω χρήματα να πληρώσω το ενοίκιο», «είμαι ανάξιος να μ’ αγαπούν, να με στηρίζουν (αφού δεν έχω κάποιον να με βοηθήσει σ’ αυτή τη δυσκολία)» κ.λπ..

Η διέγερση των αρνητικών πεποιθήσεων για τον εαυτό του μέσα του με αφορμή τα διάφορα στρες, ενισχύει τα αντίστοιχα δυσάρεστα συναισθήματα που πάνε να αναδυθούν στο συνειδητό με ακόμα περισσότερη ορμή απ’ ό,τι συνήθως. Έτσι, αφού για να μπορεί να τα ελέγξει, αποδίδει αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα ως συνέπεια της πιθανότητας να προκαλέσει κακό από λάθος του, θα χρειαστεί να εντείνει τους ελέγχους του θερμοσίφωνα σε μία προσπάθεια να εμποδίσει αυτά τα ενισχυμένα δυσάρεστα συναισθήματα να βιωθούν.

Ψυχοθεραπευτική

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η μόνη ριζική, πραγματική θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής αλλά και κάθε ψυχικής διαταραχής τυπικής ή άτυπης που περιλαμβάνει ψυχαναγκασμούς και καταναγκασμούς, περνάει απαραίτητα από το να ανακαλύψουμε μέσα μας τις αρνητικές πεποιθήσεις που έχουμε για τον εαυτό μας, να παραδεχθούμε ότι τις έχουμε -με όσο πόνο κι αν συνδέονται- και εν συνεχεία με πολύ συγκεκριμένες τεχνικές και μεθόδους να τις διαλύσουμε. (Σχετικά με την ψυχοθεραπευτική προσέγγιση των ψυχικών διαταραχών μπορείτε να διαβάσετε άρθρα στις ενότητες «Συχνές ερωτήσεις» και «Μύθοι προς διερεύνηση»).

Μία πιο επιφανειακή ωστόσο συχνά αποτελεσματική και ικανοποιητική θεραπεία της ΨΚΔ είναι η συμπεριφοριστική, αυτή δηλαδή που βασίζεται στην σταδιακή παύση των καταναγκασμών οι οποίοι συνήθως συνοδεύουν τους ψυχαναγκασμούς.

Δηλαδή για παράδειγμα, θα πρέπει το άτομο να ελαττώσει σταδιακά τις φορές που νίβει τα χέρια του ή τις φορές που ελέγχει τον θερμοσίφωνα αν είναι κλειστός ή την πόρτα αν είναι κλειδωμένη ή τις φορές που ζητάει επιβεβαίωση και καθησυχασμό από τους γύρω του ή τις φορές που λέει λ.χ. το «πάτερ ημών» από μέσα του, μέχρι που τελικά να διακόψει αυτούς τους καταναγκασμούς τελείως.

Επίσης μπορεί να αυξάνει σταδιακά τον χρόνο ανάμεσα στην εμφάνιση του ψυχαναγκασμού και την εκτέλεση του καταναγκασμού. Δηλαδή ναι μεν να ελέγξει π.χ. αν έχει κλειδώσει την πόρτα, αλλά να περιμένει πρώτα ένα λεπτό, μετά δύο λεπτά κ.ο.κ..

Έχει παρατηρηθεί ότι στον βαθμό που απέχει κάποιος από τους καταναγκασμούς, υποχωρούν σιγά-σιγά και οι ψυχαναγκασμοί, δηλαδή οι επίμονες ιδέες, εικόνες και παρορμήσεις που νοιώθει το άτομο και που έχουν περιεχόμενο ψυχικά στρεσογόνο.

Προκειμένου να μπορέσει ο πάσχων να κρατηθεί μακριά από τους καταναγκασμούς του, θα πρέπει να έχει πρώτα εκπαιδευτεί σε τεχνικές χαλάρωσης με αναπνοές, την σταδιακή μυϊκή χαλάρωση και ηρεμιστικές φαντασιώσεις. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί διαφορετικά θα είναι σχεδόν αδύνατο ο πάσχων να κρατηθεί μακριά από τους καταναγκασμούς του εξ’ αιτίας του άγχους που αυτή η αποχή θα του προκαλεί.

Η συμπεριφοριστική θεραπεία σχεδόν κατά κανόνα συνδυάζεται με την γνωσιακή, σύμφωνα με την οποία το άτομο καλείται να εξασθενίζει τους ψυχαναγκασμούς του με λογικές σκέψεις. Π.χ. να θυμάται ότι οι επίμονες σκέψεις ή οι παρορμήσεις που τον ταλαιπωρούν δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, αλλά είναι μέρος μίας ψυχικής διαταραχής.

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι παρ’ όλο του ότι η συμπεριφοριστική-γνωσιακή θεραπεία της ΨΚΔ χρησιμοποιεί την σταδιακή αποχή από τους καταναγκασμούς, μεθόδους χαλάρωσης από το άγχος και την αντιμετώπιση δια της λογικής ανάλυσης των ψυχαναγκασμών, απαιτεί υψηλού βαθμού αυτοπειθαρχία για να πετύχει.

Αυτή η προσέγγιση μπορεί να κάνει τους ψυχαναγκασμούς και τους καταναγκασμούς να υποχωρήσουν, δεν λύνει πάντως τη ρίζα του προβλήματος οπότε αυτό συχνά επανέρχεται είτε με την ίδια μορφή είτε με άλλη. Δηλαδή μπορεί να εμφανιστούν ψυχαναγκασμοί και καταναγκασμοί με άλλο περιεχόμενο ή να αναπτυχθεί άλλη ψυχική διαταραχή τυπική (μείζων καταθλιπτική διαταραχή, διαταραχή πανικού, γενικευμένης αγχώδης διαταραχή κ.ά.) ή άτυπη (κάθε ψυχική κατάσταση που αποκλίνει από την ψυχική υγεία και που δεν ταιριάζει σε κανένα ψυχιατρικό διαγνωστικό πρότυπο).

Ωστόσο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την συμπεριφοριστική προσέγγιση με έναν τρόπο που αφ’ ενός μεν την κάνει πιο εύκολη στην εφαρμογή της και αφ’ ετέρου βοηθάει σε μια πιο βαθιά και ριζική θεραπεία. Τον τρόπο αυτόν τον περιγράφουμε συνοπτικά παρακάτω.

Είπαμε ότι για να θεραπεύσουμε ριζικά την ΨΚΔ, χρειάζεται το άτομο να απαλλαγεί από τις αρνητικές πεποιθήσεις που έχει για τον εαυτό του, γιατί αυτές ευθύνονται για τα δυσάρεστα συναισθήματα που πάει να συγκαλύψει με τους ψυχαναγκασμούς και τους καταναγκασμούς.

Για να βρεθούν όμως αυτές οι πεποιθήσεις, χρειάζεται να βιωθούν πρώτα τα αντίστοιχα δυσάρεστα συναισθήματα. Αν δεν βιωθεί το δυσάρεστο συναίσθημα, δεν είναι δυνατό να αποκαλυφθούν οι υπαίτιες αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό. Για παράδειγμα: «Νοιώθω μεγάλη ενοχή. Τι εικόνα έχω για τον εαυτό μου τώρα που νοιώθω μεγάλη ενοχή; Δεν είμαι καλός, είμαι κακός, είμαι επιπόλαιος, είμαι αναίσθητος, είμαι αναίσθητος, είμαι εγωιστής κ.λπ..

Για να βιωθούν τα δυσάρεστα συναισθήματα που το άτομο επιχειρεί να συγκαλύψει πίσω από τους ψυχαναγκασμούς και τους καταναγκασμούς, χρειάζεται να απέχει από τους καταναγκασμούς του. Σ’ αυτό το σημείο είναι που χρειαζόμαστε την ίδια «συνταγή» όπως και στην συμπεριφοριστική θεραπεία.

Όμως σύμφωνα με την συμπεριφοριστική θεραπεία το άτομο πρέπει να κρατηθεί μακριά από τους καταναγκασμούς του με διάφορα βοηθήματα μεν, χωρίς όμως να διερευνήσει καθόλου την βαθύτερη αιτία τους• αυτό είναι που καθιστά την συμπεριφοριστική προσέγγιση σχετικά δύσκολη στην εφαρμογή της και όχι ριζικά θεραπευτική. Με τον τρόπο που περιγράφουμε εδώ, το άτομο εφοδιάζεται και με άλλο ένα πολύ ισχυρό όπλο, την βαθύτερη κατανόηση και διόρθωση της βαθύτερης αιτίας των ψυχαναγκασμών του.

Δηλαδή, κατά το διάστημα που απέχει από τον καταναγκασμό του, καλείται να φανταστεί πώς θα ένοιωθε αν συνέβαινε αυτό που φοβάται ότι θα συμβεί και όχι να το αποφεύγει νοιώθοντας απλά άγχος (όπως εξηγήσαμε και στο άρθρο περί άγχους, το άγχος είναι ο φόβος να βιωθεί ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα όπως ενοχή, φόβος, θλίψη, θυμός).

Δηλαδή αν έχει τον ψυχαναγκασμό «πρέπει να ελέγξω τον θερμοσίφωνα (για πολλοστή φορά) μήπως δεν τον έκλεισα», το ζητούμενο δεν είναι απλά να κρατηθεί μακριά από αυτήν την πράξη (τον καταναγκασμό) προσπαθώντας να κατευνάσει το άγχος του με τεχνικές χαλάρωσης (που απλά απωθούν βαθιά τα δυσάρεστα συναισθήματα) και με λογικά επιχειρήματα που δεν στοχεύουν στην βαθύτερη αιτία της δυσφορίας του.

Το ζητούμενο είναι να φανταστεί, αν γινόταν αυτό που φοβάται, δηλαδή αν όντως άφηνε κατά λάθος τον θερμοσίφωνα ανοιχτό και αν όντως ο θερμοσίφωνας εξερρήγνυτο και αν όντως το σπίτι καταστρεφόταν και οι δικοί του σκοτώνονταν από το λάθος του, τότε πώς θα ένοιωθε; Έτσι θα αναδυθεί το συναίσθημα που πάει να αποφύγει, ας πούμε βαριά ενοχή και τότε θα ήταν σε θέση να βρει τις πεποιθήσεις για τον εαυτό του πίσω από την ενοχή, π.χ. «είμαι κακός, είμαι αναίσθητος, είμαι αμελής, είμαι απρόσεκτος, είμαι ανάξιος».

Έχοντας βρει την πραγματική αιτία για τον ψυχαναγκασμό του και το άγχος του, δηλαδή τις αρνητικές πεποιθήσεις που έχει για τον εαυτό του και έχοντας μάθει μέσα από κατάλληλη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση πώς να ακυρώνει αυτές τις πεποιθήσεις, έχει ταυτόχρονα ένα όπλο για να κάνει πιο εύκολη την αποχή του από τον καταναγκασμό του αλλά και μία οδό για βαθιά, ριζική θεραπεία του προβλήματός του.

Φαρμακευτική αντιμετώπιση της ψυχαναγκαστικής καταναγκαστικής διαταραχής

Πριν να μιλήσουμε για την φαρμακευτική αντιμετώπιση της ΨΚΔ, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αυτή είναι συμπτωματική, στοχεύει δηλαδή στα συμπτώματα και όχι στην αιτία της διαταραχής. Γι αυτό και όταν η φαρμακευτική αγωγή διακόπτεται, οι ψυχαναγκασμοί και οι καταναγκασμοί κάνουν εκ νέου την εμφάνισή τους (υποτροπή) σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις μέσα σε ένα με δύο μήνες από την διακοπή.

Σε κάποιες ήπιες μορφές της διαταραχής που μπορεί να μην υποτροπιάσουν οι ψυχαναγκασμοί και οι καταναγκασμοί, αυτό μπορεί να εξηγηθεί σύμφωνα με το μοντέλο που αναπτύξαμε πιο πάνω ως εξής: Είπαμε ότι η ΨΚΔ εμφανίστηκε επειδή κάποια δυσάρεστα συναισθήματα που ήταν απωθημένα στο υποσυνείδητο επιχειρούν να βγουν στο συνειδητό. Ενδεχομένως λοιπόν, κατά την διάρκεια της φαρμακοθεραπείας (η οποία έτσι κι αλλιώς πρέπει να είναι μακροχρόνια) βρίσκουν χρόνο οι ψυχολογικοί μηχανισμοί του ατόμου και κυρίως η απώθηση να βυθίσουν ξανά αποτελεσματικά τα αρνητικά συναισθήματα στο υποσυνείδητο.

Επίσης είναι πιθανό κατά τη διάρκεια της θεραπείας και χάρη στην ψυχική ανακούφιση που προσφέρει αυτή, το άτομο να επιφέρει αλλαγές στη ζωή του (π.χ. να πιάσει μια δουλειά ενώ ήταν άνεργος ή να αλλάξει προς μία καλύτερη δουλειά, να κάνει μία σχέση ή να βελτιώσει αυτή που έχει κ.λπ.).

Έτσι, χάρη σ’ αυτές τις αλλαγές, υποχωρούν τα εξωτερικά στρες που διεγείρουν τις αρνητικές πεποιθήσεις μέσα του και ως εκ τούτου τα δυσάρεστα συναισθήματα δεν πιέζουν τόσο πολύ να βγουν στο συνειδητό. Αυτό σημαίνει ότι οι μηχανισμοί απώθησης επαρκούν ξανά για να τα κρατούν απωθημένα και οι ψυχαναγκασμοί – καταναγκασμοί δεν χρειάζονται πλέον γι αυτόν τον σκοπό.

Πάντως θα πρέπει να ειπωθεί ότι είναι πολύ μικρό το ποσοστό μη υποτροπής της ΨΚΔ μετά από διακοπή ακόμα και μιας σωστής και μακροχρόνιας θεραπείας.

Τα αντικαταθλιπτικά δύο συγκεκριμένων κατηγοριών είναι τα φάρμακα πρώτης εκλογής για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της ΨΚΔ. (τα αποκαλούμε «αντικαταθλιπτικά» γιατί αυτή ήταν η πρώτη και κύρια ένδειξή τους).
α) Οι Εκλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης (Selective Serotonin Reuptake Inhibitors – SSRI) και η συγκεκριμένα η φλουοξετίνη (πρωτότυπο σκεύασμα Ladose στην Ελλάδα και Prozac στις Η.Π.Α.), η παροξετίνη (Seroxat), η φλουβοξαμίνη (Dumyrox) και η σερτραλίνη (Zoloft).

Δύο άλλα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας, η σιταλοπράμη (Seropram) και η εσιταλοπράμη (Cipralex) είναι πολύ πιθανό να βοηθούν κι αυτά αν και δεν έχουν πάρει έγκριση για την θεραπεία της ΨΚΔ από τον οργανισμό διαχείρισης τροφίμων και φαρμάκων των Η.Π.Α. (Food and Drugs Administration – FDA).

β) Οι Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νοραδρεναλίνης (Serotonin Norepinephrine Reuptake Inhibitors – SNRI) και συγκεκριμένα η φλουβοξαμίνη (Efexor). Ένα άλλο φάρμακο αυτής της κατηγορίας η ντουλοξετίνη (Cymbalta), είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ίσως να είναι χρήσιμο για την ΨΚΔ, αλλά δεν έχει πάρει έγκριση από τον FDA γι αυτήν την διάγνωση.

Τα φάρμακα αυτά χρειάζονται περίπου 6 με 8 εβδομάδες για να αρχίσουν να δρουν και 10 με 12 εβδομάδες για να δώσουν το μέγιστο αποτέλεσμά τους. Σε γενικές γραμμές βοηθούν περίπου το 50% των πασχόντων να βρουν βελτίωση στα συμπτώματά τους τουλάχιστον σε βαθμό 50% (όπως ορίζεται η «ανταπόκριση» στη θεραπεία).

Ωστόσο αν μία φαρμακευτική αγωγή αποτύχει, μπορούμε να αυξήσουμε τη δόση του φαρμάκου, να αλλάξουμε το φάρμακο ή να χρησιμοποιήσουμε συνδυασμούς δύο ή και τριών φαρμάκων αντικαταθλιπτικών και άλλων που ενισχύουν τη δράση των αντικαταθλιπτικών. Αν έχουμε ένα διάστημα π.χ. 6 μηνών για να κάνουμε αυτές τις αλλαγές, τότε το ποσοστό ανταπόκρισης της ΨΚΔ στα φάρμακα μπορεί να ξεπεράσει σημαντικά το 50%.

Οι δόσεις στις οποίες είναι θεραπευτικές για την ΨΚΔ είναι περίπου τριπλάσιες απ’ αυτές που χρειάζονται για την θεραπεία της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Σπάνια πάντως υπάρχει πλήρης ύφεση των συμπτωμάτων. Η διάρκεια της θεραπείας που συνιστάται συνήθως είναι επ’ αόριστον λόγω των πολύ υψηλών ποσοστών υποτροπής.

Οι παρενέργειες των SSRIs και των SNRIs είναι πολλές, όμως οι συνηθέστερες είναι ότι προκαλούν πονοκέφαλο, ναυτία και άλλες διαταραχές από το πεπτικό, κάνουν τα χέρια να τρέμουν ελαφρά όταν κάποιος τα χρησιμοποιεί, προκαλούν υπερδιέγερση, νευρικότητα και άγχος και παρεμβαίνουν στις λειτουργίες τις σχετικές με το σεξ, όπως προκαλούν διαταραχές στύσης, παρεμποδίζουν την έλευση του οργασμού ή ελαττώνουν την όρεξη για σεξ.

Οι περισσότερες απ’ αυτές τις παρενέργειες είναι αντιμετωπίσιμες με φάρμακα και υποχωρούν μέσα σε 2 με 4 εβδομάδες θεραπείας. Εξαίρεση αποτελούν οι παρενέργειες που σχετίζονται με τη σεξουαλική λειτουργία οι οποίες μερικές φορές επιμένουν για μήνες ή και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας και είναι μόνο εν μέρει αντιμετωπίσιμες με φάρμακα.

Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά είναι δεύτερης εκλογής φάρμακα για την ΨΚΔ και ειδικότερα ένα φάρμακο απ’ αυτήν την κατηγορία, η κλομιπραμίνη (Anafranil) θεωρείται από πολλούς ψυχιάτρους ότι είναι πιο πιθανό να πετύχει εκεί όπου όλα τα προηγούμενα φάρματα απέτυχαν.

Έχει όμως πιο πολλές και έντονες παρενέργειες από τους SSRIs και τους SNRIs οι οποίες πλέον εκείνων που αναφέρθηκαν, είναι ότι προκαλούν έντονη ξηροστομία και δυσκοιλιότητα και η σοβαρότερη (αν και όχι τόσο συχνή) ότι διαταράσσουν την καρδιακή λειτουργία. Ας σημειωθεί ότι επειδή στην ΨΚΔ οι δόσεις που απαιτούνται είναι οι υψηλότερες δυνατές, οι παρενέργειες των τρικυκλικών όταν λαμβάνονται για τον έλεγχο των ψυχαναγκασμών και των καταναγκασμών στην πράξη είναι συχνά τόσο ενοχλητικές ή επικίνδυνες που οδηγούν τον πάσχοντα να διακόψει την αγωγή.

Άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην ΨΚΔ ως ενισχυτικά της θεραπείας με SSRIs είναι:
Τα αντιψυχωτικά σε μικρές δόσεις όπως η αλοπεριδόλη (Aloperidol), η ρισπεριδόνη (Risperdal), η ολανζαπίνη (Zyprexa), η κουετιαπίνη (Seroquel) κ.ά.
Το αγχολυτικό φάρμακο βουσπιρόνη (Bespar).
Τα αντιεπιληπτικά φάρμακα γαμπαμπεντίνη (Neurontin) και κλοζαπίνη (Clonotril).

ΠΑΝΩ