Κατάλογος Ψυχοφαρμάκων

ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ (με κύρια ένδειξη την αντιμετώπιση της κατάθλιψης)

ΑΓΧΟΛΥΤΙΚΑ  (με κύρια ένδειξη την αντιμετώπιση του άγχους)

ΥΠΝΩΤΙΚΑ (με κύρια ένδειξη την αντιμετώπιση της αϋπνίας)

ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΑ (με κύρια ένδειξη την αντιμετώπιση των ψυχωτικών διαταραχών)

ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ (με κύρια ένδειξη την πρόληψη των μεταπτώσεων σε μανία ή κατάθλιψη στην διπολική διαταραχή)

Αυτές οι κατηγορίες έχουν οργανωθεί με βάση την κύρια ένδειξη των φαρμάκων στην ψυχιατρική, όμως πρέπει να τονιστεί εξ’ αρχής ότι έχουν κι άλλες ενδείξεις. Αυτό σημαίνει ότι ο γιατρός είναι πιθανό να συνταγογραφήσει π.χ. ένα αντικαταθλιπτικό φάρμακο σε κάποιον που δεν έχει κατάθλιψη, ένα αντιψυχωτικό φάρμακο σε κάποιον που δεν έχει ψύχωση, έναν σταθεροποιητή της διάθεσης σε κάποιον που δεν πάσχει από διπολική διαταραχή κ.ο.κ.                                                                                                                                                                                                                                                                                     → →

ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ (Φάρμακα που ως κύρια ένδειξη έχουν την αντιμετώπιση της κατάθλιψης)

Γενικές πληροφορίες για τα αντικαταθλιπτικά

Τα φάρμακα αυτά χρειάζονται περίπου 2 με 4 εβδομάδες για να βελτιώσουν τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Για τους ηλικιωμένους ασθενείς το διάστημα αυτό μπορεί να κυμανθεί από 6 έως και 12 εβδομάδες. Βελτιώνουν πρώτα (μέσα σε 1- 2 εβδομάδες τις διαταραχές στον ύπνο και την όρεξη που συνήθως συνοδεύουν την κατάθλιψη και αργότερα (2- 4 εβδομάδες) την ψυχική διάθεση, την δυνατότητα για λήψη ευχαρίστησης και το ενδιαφέρον για διάφορες δραστηριότητες.

Για την βελτίωση των συμπτωμάτων σε άλλες διαταραχές για τις οποίες χρησιμοποιούνται, όπως η διαταραχή πανικού, η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή και η ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή απαιτείται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, από 6 έως και 12 εβδομάδες μέχρι να εμφανίσουν αποτέλεσμα.

Σε γενικές γραμμές βοηθούν περίπου το 60% – 70% των πασχόντων να βρουν βελτίωση στα συμπτώματά τους τουλάχιστον σε βαθμό 50% (όπως ορίζεται η «ανταπόκριση» στη θεραπεία). Ωστόσο αν μία φαρμακευτική αγωγή αποτύχει, μπορούμε να αυξήσουμε τη δόση του φαρμάκου, να αλλάξουμε το φάρμακο ή να χρησιμοποιήσουμε συνδυασμούς δύο ή και τριών φαρμάκων αντικαταθλιπτικών και άλλων που ενισχύουν τη δράση των αντικαταθλιπτικών. Αν έχουμε ένα διάστημα π.χ. 6 μηνών για να κάνουμε αυτές τις αλλαγές, τότε το ποσοστό ανταπόκρισης της κατάθλιψης στα φάρμακα ανεβαίνει από το 60% – 70% στο 90%.

Το χρονικό αυτό διάστημα μπορεί να συντομεύσει αν κάνουμε επιλογές και αλλαγές βασισμένες στο γενετικό προφίλ του πάσχοντος πριν την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής μέσω αναλύσεων DNA οι οποίες όμως κοστίζουν αρκετά ακριβά (περί τα 500 με 600 ευρώ).

Η διάρκεια της θεραπείας είναι τουλάχιστον 6 μήνες (για ήπιες καταθλίψεις). Ωστόσο πολλοί ψυχίατροι συστήνουν την λήψη της αγωγής για 1 χρόνο ή και περισσότερο ανάλογα με την βαρύτητα της κατάθλιψης, γιατί έχει βρεθεί πως μεγαλύτερης διάρκειας θεραπείες συνοδεύονται από μικρότερα ποσοστά υποτροπής (κάτι που μπορεί να σχετίζεται με την εξήγηση που δώσαμε πιο πάνω για την μη υποτροπή της κατάθλιψης).

Εκλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης
(Selective Serotonin Reuptake Inhibitors – SSRIs)

• Φλουοξετίνη (Πρωτότυπο: Ladose. Γενόσημα: Dagrilan, Fokeston, Flonital, (Fluoxetine) Orthon, Exostrept, Dinalexin κ.ά.)
• Παροξετίνη (Πρωτότυπο: Seroxat. Γενόσημα: Paroxetine/Generics, (Paroxetine) Paroxetine/Teva, Noprilex, Stiliden, Prexat, Solben κ.ά.)
• Σιταλοπράμη (Πρωτότυπο: Seropram. Γενόσημα: Celius, Exenadil, Verus, (Citalopram) Talopram, Lopraxer, Pralotam κ.ά.)

• Εσιταλοπράμη (Πρωτότυπα: Cipralex, Entact. Γενόσημο: Escitalopram/ (Escitalopram) Generics)

• Σερτραλίνη (Πρωτότυπο: Zoloft. Γενόσημα: (Enidap, Certorun, (Sertraline) Neurosedine, Sertral, Epilyd, Serotyp κ.ά.)

Φλουβοξαμίνη (Πρωτότυπο: Dumyrox. Γενόσημα: όχι) (Fluvoxamine)

Άλλες ενδείξεις εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης εκτός από κατάθλιψη

-Άγχος στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή
-Κρίσεις πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία (παροξετίνη, σερτραλίνη,  φλουοξετίνη)
-Κοινωνική φοβία (παροξετίνη, σερτραλίνη)
-Ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή (φλουβοξαμίνη, φλουοξετίνη,
παροξετίνη, εσιταλοπράμη και σερτραλίνη)
-Ψυχογενή βουλιμία (φλουοξετίνη και σερτραλίνη)
-Προφύλαξη από την δυσφορική προεμμηνορυσιακή διαταραχή.
– Αντιμετώπιση σωματικού πόνου σε διάφορες καταστάσεις (μη επιβεβαιωμένη με διπλά τυφλά μελέτες).

Συνηθέστερες παρενέργειες εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης

-Πονοκέφαλος
-Ναυτία, εμετοί, πόνοι στο στομάχι και στην κοιλιά, διάρροια, φούσκωμα
στην κοιλιά (πιο συχνά με φλουβοξαμίνη και σερτραλίνη)
-Λεπτός τρόμος των χεριών
-Νευρικότητα, άγχος, διέγερση, ανησυχία, αϋπνία
-Υπνηλία (πιο συχνή με φλουβοξαμίνη και σερτραλίνη)
-Αύξησηση πείνας ιδιαίτερα για υδατάνθρακες και πρόσληψη βάρους
-Ανορεξία και απώλεια βάρους (πιο συχνή με την φλουοξετίνη, ειδικά τις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας)
-Σεξουαλικές παρενέργειες όπως ανικανότητα ή ατελής στύση, ανοργασμία ή καθυστέρηση και δυσκολία στην έλευση του οργασμού, απώλεια ή ελλάττωση της όρεξης για σεξ. (Πιθανόν η παροξετίνη να έχει τις περισσότερες πιθανότητες να προκαλέσει σεξουαλικές παρενέργειες και η εσιταλοπράμη και η φλουβοξαμίνη τις λιγότερες)

Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νοραδρεναλίνης
(Serotonin Norepinephrine Reuptake Inhibitors – SNRIs)

Βενλαφαξίνη (Πρωτότυπο: Efexor. Γενόσημα: Arvifax, Deprevix, Tudor,
(Venlafaxine) Efaxin, Efetrin, Velpine κ.ά.)

Δουλοξετίνη (Πρωτότυπα: Cymbalta, Xeristar, Yentreve. Γενόσημα: όχι)
(Duloxetine)

Άλλες ενδείξεις αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης εκτός από κατάθλιψη

-Άγχος στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή (βενλαφαξίνη)
-Κοινωνική φοβία (βενλαφαξίνη)
– Ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή
– Πόνος οφειλόμενος στην διαβητική νευροπάθεια
-Πόνος οφειλόμενος στην ινομυαλγία (δουλοξετίνη)

Συνηθέστερες παρενέργειες αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης

-Πονοκέφαλος
-Ναυτία, εμετοί
-Νευρικότητα, άγχος, διέγερση, ανησυχία, αϋπνία
-Υπνηλία
-Σεξουαλικές παρενέργειες όπως ανικανότητα ή ατελής στύση, ανοργασμία ή
καθυστέρηση και δυσκολία στην έλευση του οργασμού, απώλεια ή ελλάττωση
της όρεξης για σεξ. (Πιθανόν η παροξετίνη να έχει τις περισσότερες
πιθανότητες να προκαλέσει σεξουαλικές παρενέργειες και η εσιταλοπράμη και
η φλουβοξαμίνη τις λιγότερες)
– Μικρού βαθμού (10%) αύξηση της αρτηριακής πίεσης

Νοραδρενεργικό/ Ειδικό Σεροτονεργικό Αντικαταθλιπτικό
Noradrenergic/ Specific Serotonergic Antidepressant (NaSSA)

Μιρταζαπίνη (Πρωτότυπο: Remeron. Γενόσημα: Azapin, Depreram,
(Mirtazapine) Merdaten, Mirrador,
Mirtamor, Motofen, Saxib
κ.ά.)

Άλλες ενδείξεις μιρταζαπίνης εκτός από κατάθλιψη

Δεν έχει κάποιες άλλες ενδείξεις επιβεβαιωμένες από διπλά – τυφλές μελέτες. Ανεπισήμως, χάρη σε κάποιες αποσπασματικές αναφορές ιατρικών κέντρων μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντίδοτο στις σεξουαλικές παρενέργειες των
SSRIs, καθώς και σε διαταραχές όπως η διαταραχή πανικού, η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, κοινωνική φοβία, ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή κ.ά.

Συνηθέστερες παρενέργειες μιρταζαπίνης

– Αύξηση βάρους (πιο συχνά από τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά λόγω αύξησης όρεξης για υδατάνθρακες, λόγω της σχετικά ισχυρής της αντιϊσταμινικής της δράσης)
– Υπνηλία (πιο συχνά από τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά λόγω της σχετικά ισχυρής αντιισταμινικής της δράσης)
– Ξηροστομία (ξηρό στόμα λόγω του ότι αναστέλλει την έκκριση του σάλιου)
Η μιρταζαπίνη έχει πλεονεκτήματα έναντι των άλλων αντικαταθλιπτικών στο ότι δεν προκαλεί γαστρεντερικές διαταραχές, σεξουαλικές διαταραχές, πονοκέφαλο, νευρικότητα, διέγερση, άγχος (αντίθετα κατευνάζει απ’ την αρχή της θεραπείας το άγχος).

Αναστολέας Επαναπρόσληψης Νοραδρεναλίνης και Ντοπαμίνης
(Norepinephrine Dopamine Reuptake Inhibitor – NDRI)

Βουπροπιόνη (Πρωτότυπα: Wellbutrin, Zyban. Γενόσημα: όχι)
(Bupropion)

Άλλες ενδείξεις βουπροπιόνης εκτός από κατάθλιψη

– Διακοπή του καπνίσματος. Γι αυτήν την ένδειξη ειδικά, κυκλοφορεί στην Ελλάδα με το πρωτότυπο εμπορικό όνομα Zyban.
– Ενδείξεις μη επιβεβαιωμένες με διπλά – τυφλές μελέτες είναι η αντιμετώπιση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας που προκαλούν άλλα αντικαταθλιπτικά, ο νευροπαθητικός πόνος, εξάρτηση από ουσίες (όπως από κοκκαΐνη) κ.ά.

Συνηθέστερες παρενέργειες βουπροπιόνης

– Διέγερση, νευρικότητα, άγχος, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, αϋπνία
– Πονοκέφαλος, νευραλγίες, μυαλγία
– Μικρού βαθμού αύξηση της αρτηριακής πίεσης
Η βουπροπιόνη δεν προκαλεί σεξουαλικές διαταραχές ούτε αύξηση βάρους και σχετικά πιο σπάνια και ειδικά στην αρχή της θεραπείας ή σε μακροχρόνια θεραπεία προκαλεί ναυτία, ανορεξία και απώλεια βάρους.

Μη Εκλεκτικά Κυκλικά Αντικαταθλιπτικά
(Nonselective Cyclic Antidepressants)

Α/ Τρικυκλικά Αντικαταθλιπτικά
(Tricyclic Antidepressants – TCAs)

• Αμιτρυπτυλίνη (Πρωτότυπο: Saroten. Γενόσημα: Stelminal, Minitran*)

• Κλομιπραμίνη (Πρωτότυπο: Anafranil. Γενόσημα: όχι)

Δοξεπίνη (Πρωτότυπο: Sinequan. Γενόσημα: όχι)

Β/ Τετρακυκλικό Αντικαταθλιπτικό
(Tetracyclic Antidepressant)

• Μαπροτιλίνη (Πρωτότυπο: Ludiomil. Γενόσημα: όχι)

Ενδείξεις μη εκλεκτικών κυκλικών αντικαταθλιπτικών εκτός από κατάθλιψη

– Ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική διαταραχή (κλομιπραμίνη)
– Ενδείξεις μη επιβεβαιωμένες επαρκώς με διπλά – τυφλές μελέτες είναι η διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία και η αντιμετώπιση του πόνου. (Υπάρχουν κι άλλες ενδείξεις μη εκλεκτικών κυκλικών αντικαταθλιπτικών που όμως δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα και δεν αναφέρονται εδώ).

Συνηθέστερες παρενέργειες μη εκλεκτικών κυκλικών αντικαταθλιπτικών

Γενικά τα μη εκλεκτικά κυκλικά αντικαταθλιπτικά (διάφορα τρικυκλικά και ένα τετρακυκλικό) έχουν περισσότερες παρνέργειες από τα (νεότερα) αντικαταθλιπτικά φάρμακα των υπολοίπων κατηγοριών, ακριβώς γιατί δεν είναι τόσο εκλεκτικά όσον αφορά τις ουσίες του εγκεφάλου που επηρεάζουν. Γι αυτό δεν χρησιμοποιούνται όπως παλιά, τις δεκαετίες δηλαδή από το 1960 έως το 1990 που ήταν πρακτικά η μόνη φαρμακευτική λύση κατά της κατάθλιψης.
– Υπνηλία (η πιο συχνή παρενέργεια)
– Αδυναμία, κόπωση
– Διέγερση, ανησυχία, άγχος, νευρικότητα, αϋπνία (σε λιγότερους ασθενείς)
– Λεπτός τρόμος χεριών
-Ξηροστομία, δυσκοιλιότητα (πολύ συχνές και ενοχλητικές)
– Αύξηση βάρους
– Ναυτία, εμετός, διάρροια,
– Σεξουαλικές παρενέργειες όπως ανικανότητα ή ατελής στύση, ανοργασμία ή
καθυστέρηση και δυσκολία στην έλευση του οργασμού, απώλεια ή ελλάττωση
της όρεξης για σεξ.
– Παρενέργειες από την καρδιακή λειτουργία όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, αρρυθμία εμφανίζονται κυρίως σε ηλικιωμένους και στις υψηλότερες θεραπευτικές δόσεις.

Μελατονεργικό Αντικαταθλιπτικό
(Melatonergic Antidepressant)

Αγομελατίνη (Πρωτότυπο: Valdoxan. Γενόσημα: όχι)

Ενδείξεις αγομελατίνης εκτός από κατάθλιψη

Δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες από διπλά – τυφλές μελέτες.
Ενίοτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της αϋπνίας, χάρη στο γεγονός ότι ρυθμίζει την μελατονίνη, μία ορμόνη που εκκρίνεται από την επίφυση του εγκεφάλου και η οποία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ρύθμιση του ύπνου.

Συνηθέστερες παρενέργειες αγομελατίνης

-Κεφαλαλγία
-Αϋπνία ή υπνηλία
-Ναυτία, διάρροια ή δυσκοιλιότητα, πόνος στην κοιλιά

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΡΕΝΕΡΓΙΩΝ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΩΝ

Οι παρακάτω παρενέργειες υποχωρούν από μόνες τους μετά από 2-4 εβδομάδες λήψης του φαρμάκου. Οι πιο επίμονες (μπορεί να κρατήσουν για μήνες) είναι οι παρενέργειες που σχετίζονται με το σεξ.

Πονοκέφαλος: Συνήθως ανταποκρίνεται πλήρως στην παρακεταμόλη (Depon, Panadol). Η χρήση ασπιρίνης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων όπως μεφεναμικό οξύ (Ponstan), νιφλουμικό οξύ (Niflamol), δικλοφενάκη (Voltaren), νιμεσουλίδη (Mesulid) και άλλα μπορεί να αποδειχθούν αποτελεσματικά αν η παρακεταμόλη αποτύχει, αλλά καλό είναι να αποφεύγονται γιατί αυτά τα φάρμακα αυξάνουν την πιθανότητα αιμορραγίας από το στομάχι και το δωδεκαδάκτυλο και το ίδιο κάνουν (έστω σε μικρό βαθμό και μάλλον σπάνια) και τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα αντικαταθλιπτικά, δηλαδή οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (SNRIs).

Ανορεξία, ναυτία, έμετοι: Λήψη του φαρμάκου μαζί με το φαγητό. Λήψη γαστροκινητικών φαρμάκων όπως η δομπεριδόνη (Cilroton). Κατανάλωση γιαουρτιού. Κατανάλωση αφεψήματος πιπερόριζας (Ginger).

Υπνηλία: Λήψη του φαρμάκου το βράδυ πριν την κατάκλιση. Αν υπάρχει υπνηλία το πρωί μετά την αφύπνιση, μπορεί να δοκιμαστεί η λήψη του φαρμάκου 3-4 ώρες πριν την κατάκλιση ώστε να έχει προλάβει μέχρι το πρωί να αποβληθεί το μεγαλύτερο μέρος του από τον οργανισμό.

Νευρικότητα, διέγερση, άγχος, αϋπνία: Λήψη του φαρμάκου το πρωί. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βενζοδιαζεπίνες (αγχολυτικά) για τον πρώτο μήνα της θεραπείας και μετά να διακοπούν σταδιακά όταν αυτή η παρενέργεια θα έχει υποχωρήσει.

Αύξηση σωματικού βάρους: Επειδή αυτή η αύξηση οφείλεται κυρίως σε αύξηση της όρεξης για υδατάνθρακες (όπως γλυκά και ζυμαρικά) μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία ιδιαίτερη εγρήγορση στη διατροφή, ειδικά στην αρχή της θεραπείας και μέχρι αυτή η παρενέργεια να υποχωρήσει.

Παρενέργειες σχετικές με την σεξουαλική λειοτουργία: Παράλειψη λήψης του φαρμάκου μία ημέρα πριν από την συνουσία• παράλληλη λήψη φαρμάκων όπως είναι η μιρταζαπίνη (Remeron) και η βουπροπιόνη (Wellbutrin) για όσο κρατάει η αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της ελάττωσης της όρεξης για σεξ ή της δυσκολίας έλευσης οργασμού• λήψη σιλδεναφίλης (Viagra) ή άλλων αντίστοιχων φαρμάκων λίγη ώρα πριν τη συνουσία για την αντιμετώπιση προβλημάτων στην στύση.

ΑΓΧΟΛΥΤΙΚΑ (Φάρμακα των οποίων η κύρια ένδειξη είναι η αντιμετώπιση του άγχους).

Βενζοδιαζεπίνες

Γενικές πληροφορίες για τις βενζοδιαζεπίνες

Οι βενζοδιαζεπίνες είναι τα φάρμακα που προσφέρουν την πιο γρήγορη (πρακτικά ακόμα και από την πρώτη δόση) και ευχάριστη ανακούφιση από το άγχος με συνήθως στην πράξη ελάχιστες έως καθόλου ενοχλητικές παρενέργειες και είναι φάρμακα αναφοράς σχετικά με την αντιμετώπιση του άγχους και η χρήση τους είναι πολύ διαδεδομένη στον γενικό πληθυσμό. Τις βενζοδιαζεπίνες συνταγογραφούν συχνά γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων για να αντιμετωπίσουν το άγχος που πολλές φορές έχουν οι ασθενείς τους. Ωστόσο χρησιμοποιούνται με πολλές επιφυλάξεις και μόνο για βραχέα χρονικά διαστήματα (δύο μήνες), γιατί τους εξής λόγους:

Πρώτο, προκαλούν ψυχολογικό εθισμό και το άτομο που τα παίρνει είναι πολύ απρόθυμο να τα διακόψει, με αποτέλεσμα να τα παίρνει για πολλά χρόνια ή και ισόβια χωρίς να είναι απαραίτητο.

Δεύτερο, εμφανίζουν το φαινόμενο της αντοχής, δηλαδή με την πάροδο των ετών χρειάζονται ολοένα και μεγαλύτερες δόσεις για να επιτευχθεί το ίδιο αγχολυτικό ή υπνωτικό αποτέλεσμα.

Τρίτο, η πολύ μακροχρόνια χρήση τους (πάνω από 20 χρόνια) έχει συσχετιστεί με την αύξηση της πιθανότητας για εμφάνιση μόνιμων διαταραχών μνήμης σε μεγάλες ηλικίες.

Τέταρτο, η μακροχρόνια λήψη τους (συνήθως πάνω από 1 χρόνο) συνδέεται με ανάπτυξη κατάθλιψης ή με επιδείνωσή της αν προϋπάρχει.

Ωστόσο, αν εξαιρέσουμε ειδικές περιπτώσεις ανθρώπων επιρρεπών σε εθισμούς και καταχρήσεις, οι παραπάνω λόγοι δεν έχει αποδειχθεί στην κλινική πράξη ότι ισχύουν σε αρκετά σημαντικό βαθμό ώστε να αποκλείσουμε τις βενζοδιαζεπίνες από την φαρμακευτική φαρέτρα κατά του άγχους.

Κατά την προσωπική μας άποψη οι βενζοδιαζεπίνες έχουν ως κύριο μειονέκτημα έναντι άλλων φαρμακευτικών αγωγών κατά του άγχους, ακριβώς ότι το αντιμετωπίζουν πολύ γρήγορα (πρακτικά από την πρώτη δόση), αποτελεσματικά και πρακτικά χωρίς ιδιαίτερα ενοχλητικές παρενέργειες ή επιπλοκές. Και γιατί είναι αυτό μειονέκτημα;

Διότι κρύβουν καλά την πραγματική του αιτία χωρίς να κάνουν τίποτα για τη διόρθωσή της, με αποτέλεσμα αυτή η αιτία να χειροτερεύει και μετά από χρόνια το άτομο να αναπτύσσει εκτός από κατάθλιψη, απώλεια κινήτρων για αλλαγές, παρ’ όλο που η ζωή του δεν είναι από μία ή περισσότερες πλευρές καθόλου ικανοποιητική. Οι βενζοδιαζεπίνες κατά κάποιο τρόπο λειτουργούν όπως το αλκοόλ. Κατευνάζουν το άγχος ρίχνοντας ελαφρά το γενικό επίπεδο της συνειδητότητας κι αυτό δεν είναι καλό για έναν άνθρωπο που τον ενδιαφέρει να προοδεύσει και να εξελιχθεί ως ψυχή.

Γι αυτό είναι καλό οι βενζοδιαζεπίνες όταν χορηγούνται, να πληροφορείται αυτός που θα τις λάβει για όλα τα παραπάνω και να κρίνει αν ταιριάζουν στην προσωπικότητά του, τις βλέψεις του και τη φιλοσοφία ζωής του.

• Λοραζεπάμη (Πρωτότυπο: Tavor. Γενόσημα: Titus, Dorm,Trankilium, Novhepar)
• Αλπραζολάμη (Πρωτότυπο: Xanax. Γενόσημα: Alprazolam, Saturnil)
• Κλοναζεπάμη (Πρωτότυπο: Rivotril. Γενόσημο: Clonotril)
• Διαζεπάμη (Πρωτότυπο: Valium – δεν κυκλοφορεί πλέον στην Ελλάδα. Γενόσημα: Stedon, Atarviton)
• Βρωμαζεπάμη (Πρωτότυπο: Lexotanil. Γενόσημο: Notorium)
• Πραζεπάμη (Πρωτότυπο: Centrac. Γενόσημα: όχι)
• Κλοραζεπάτη (Πρωτότυπο: Tranxene. Γενόσημα: όχι)
• Κλομπαζάμη (Πρωτότυπο: Frisium. Γενόσημα: όχι)

Ενδείξεις βενζοδιαζεπινών στην ψυχιατρική

Εκτός από το άγχος στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, οι βενζοδιαζεπίνες έχουν ένδειξη επίσης για την αντιμετώπιση της διαταραχής πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία (αλπραζολάμη, κλοναζεπάμη και λοραζεπάμη), και των συμπτωμάτων της απόσυρσης από το αλκοόλ (διαζεπάμη, κλοραζεπάτη).

Επίσης χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της κοινωνικής φοβίας (αλπραζολάμη, κλοναζεπάμη, λοραζεπάμη και διαζεπάμη), της οξείας φάσης της μανίας στη διπολική διαταραχή, της σοβαρής οξείας διέγερσης σε ψυχωτικές διαταραχές, της ακαθισίας που αποτελεί παρενέργεια αντιψυχωτικών φαρμάκων και της προεμμηνορυσιακής δυσφορικής διαταραχής (αλπραζολάμη).

Υπάρχουν βέβαια και βενζοδιαζεπίνες που έχουν ως κύρια και αρχική ένδειξη την αντιμετώπιση της αϋπνίας τις οποίες αναφέρουμε μεταξύ άλλων φαρμάκων στην κατηγορία «Υπνωτικά».

Ενδείξεις βενζοδιαζεπινών εκτός ψυχιατρικής

Χρησιμοποιούνται για την επείγουσα αντιμετώπιση και την πρόληψη κρίσεων επιληψίας (κλοναζεπάμη, διαζεπάμη, λοραζεπάμη, κλοραζεπάτη) για την πρόκληση μέθης σε περιπτώσεις δυσάρεστων ιατρικών εξετάσεων (λοραζεπάμη, διαζεπάμη) και ως βοηθητικά φάρμακα για την καταστολή του νευρικού συστήματος και την μυοχάλαση μαζί με την γενική αναισθησία (λοραζεπάμη, διαζεπάμη).

Συνηθέστερες παρενέργειες βενζοδιαζεπινών

Κόπωση, υπνηλία, ελαττωμένη ικανότητα για συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφοριών, ελαττωμένη ικανότητα για οδήγηση και χρήση μηχανών, αναστρέψιμη ελάττωση της δυνατότητας ανάκλησης πληροφοριών και γεγονότων που αποκτήθηκαν μετά την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής.
[Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν από έντονο άγχος, όταν παίρνουν βενζοδιαζεπίνες στη σωστή δοσολογία, όχι μόνο δεν διαπιστώνουν ελάττωση στις ικανότητές τους για μάθηση, συγκέντρωση και εξάσκηση κινητικών δεξιοτήτων, αλλά αύξηση, καθώς το έντονο άγχος από το οποίο απαλλάσσονται προκαλεί από μόνο του μεγάλη έκπτωση των δυνατοτήτων του ατόμου].

Βουσπιρόνη (Bespar, Nevrorestol, Ledion, Bergamol, Hobatstress, Lebilon, Epsilat, Svitalark, Norbal, Lanamont, Boronex, Pendium, Loxapin, Umolit, Anchocalm)

Γενικές πληροφορίες για την βουσπιρόνη

Χρειάζεται από μία έως τρεις εβδομάδες λήψης του φαρμάκου για να αρχίσουν να φαίνονται αγχολυτικά αποτελέσματα. Δεν αναπτύσσει εξάρτηση και αντοχή. Στην κλινική πράξη έχει μικρότερο ποσοστό επιτυχίας στον έλεγχο του άγχους σε σχέση με τις βενζοδιαζεπίνες όπως μικρότερο ποσοστό επιτυχίας έχουν και τα αντικαταθλιπτικά που χρησιμοποιούνται ως αγχολυτικά. (Στην ουσία η βουσπιρόνη δρα με τρόπο παρόμοιο με τα αντικαταθλιπτικά που χρησιμοποιούντα ως αγχολυτικά, ενώ οι βενζοδιαζεπίνες δρουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο).

Ενδείξεις βουσπιρόνης

Εκτός από το άγχος στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, η βουσπιρόνη χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικό φάρμακο για την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ως ενισχυτικό της φαρμακευτικής αγωγής στην κατάθλιψη, ως αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας ενισχυτικό της φαρμακευτικής αγωγής στην κοινωνική φοβία και στην προεμμηνορυσιακή δυσφορική διαταραχή.

Συνηθέστερες παρενέργειες βουσπιρόνης

Μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγία, ζάλη, αίσθημα «ελαφριού κεφαλιού», νευρικότητα, διέγερση, δυσφορία από το πεπτικό όπως ναυτία, δυσπεψία, κωλικοί. Όλες αυτές οι παρενέργειες εξασθενίζουν συνήθως μετά από λίγες εβδομάδες λήψης του φαρμάκου.

ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΧΟΥΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ Η ΚΥΡΙΑ ΕΝΔΕΙΞΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΧΟΥΣ

Αντικαταθλιπτικά

Από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) παροξετίνη (Seroxat), σιταλοπράμη (Seropram) και εσιταλοπράμη (Cipralex) και ο εκλεκτικός αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (SNRI) βενλαφαξίνη (Efexor) έχουν επισήμως ένδειξη για την γενικευμένη αγχώδη διαταραχή.

Αντιεπιληπτικά

Από τα αντιεπηλιπτικά φάρμακα, κυρίως η Πρεγκαμπαλίνη (Πρωτότυπο: Lyrica. Γενόσημα: όχι) χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του άγχους.

Ενδείξεις πρεγκαμπαλίνης

 Εκτός από το άγχος στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, η πρεγκαμπαλίνη έχει μία πρωτεύουσα μη ψυχιατρική ένδειξη που είναι και η πιο βασική της, την πρόληψη των κρίσεων επιληψίας και μερικές δευτερεύουσες όπως: Χρόνιος πόνος, ημικρανία, μεθερπητική νευραλγία, πόνος που συνδέεται με την διαβητική νευροπάθεια ή βλάβες στην σπονδυλική στήλη (μη επιβεβαιωμένες επαρκώς με διπλά τυφλές μελέτες)

Συνηθέστερες παρενέργειες πρεγκαμπαλίνης

– Ναυτία, έμετοι, διάρροια, κοιλιακοί πόνοι
– Ληθαργικότητα, υπνηλία, επιβράδυνση σκέψης, ζάλη
– Πολύ ζωηρά όνειρα
– Αταξία (διαταραχή στον συγχρονισμό των διαφόρων ομάδων μυών που απαιτείται για την ομαλή εκτέλεση κινήσεων με τα χέρια και τα πόδια)
– Αύξηση όρεξης, αύξηση βάρους
– Διαταραχές στην έμμηνο ρύση

Αντιισταμινικά

Γενικές πληροφορίες για τα αντιισταμινικά

Τα αντιισταμινικά φάρμακα έχουν ως κύρια ένδειξη την αντιμετώπιση αλλεργικών αντιδράσεων, καθώς η ισταμίνη είναι μία ουσία που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη τοπικών αντιδράσεων του ανοσοποιητικού συστήματος. Έχουν ως πολύ συχνή παρενέργεια την καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και την υπνηλία, παρενέργεια που μπορεί να αποβεί χρήσιμη στην αντιμετώπιση της αϋπνίας και δευτερευόντως του άγχους, χωρίς τον κίνδυνο της εξάρτησης και αντοχής των βενζοδιαζεπινών.

Από τα αντιισταμινικά φάρμακα κυρίως η Υδροξυζίνη (Atarax, Iremofar) χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του άγχους.

Ενδείξεις υδροξυζίνης στην ψυχιατρική

Αντιμετώπιση της αϋπνίας και δευτερευόντως του άγχους.

Ενδείξεις υδροξυζίνης εκτός ψυχιατρικής (κύριες ενδείξεις)

Κνησμός αλλεργικής αιτιολογίας.

Συνηθέστερες παρενέργειες υδροξυζίνης

Υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενοχλητικό αίσθημα θολούρας και «βαριού κεφαλιού», ξηροστομία.

ΥΠΝΩΤΙΚΑ (Φάρμακα που έχουν ως ένδειξη την αντιμετώπιση της αϋπνίας)

Βενζοδιαζεπίνες

• Φθοριονιτραζεπάμη (Hipnosedon, Vulbegal, Ilman)
• Τριαζολάμη (Halcion)

Ενδείξεις: Βραχυχρόνια (για ένα μήνα περίπου) αντιμετώπιση της αϋπνίας. [Η μακρόχρονη χρήση τους δεν συνιστάται, γιατί προκαλούν εξάρτηση (το άτομο γίνεται απρόθυμο να διακόψει την χρήση τους, γιατί η διακοπή τους συνοδεύεται από επίμονη αϋπνία) και αντοχή (χρειάζονται σταδιακά όλο και μεγαλύτερες δόσεις για την επίτευξη του ίδιου υπνωτικού αποτελέσματος)].

Συνηθέστερες παρενέργειες: Οι βενζοδιαζεπίνες που έχουν ως ένδειξη την αντιμετώπιση της αϋπνίας μεταβολίζονται και αποβάλλονται γρήγορα από τον οργανισμό ώστε μετά από οκτώ ώρες που κρατάει συνήθως ο ύπνος, το άτομο να βρίσκεται σε πλήρη εγρήγορση όταν ξυπνάει. Ωστόσο μερικές φορές αφήνουν μία «υπολειπόμενη υπνηλία» τις πρώτες ώρες της ημέρας η οποία αντιμετωπίζεται σχετικά εύκολα μ’ ένα φλιτζάνι καφέ. Κατά τα άλλα ισχύουν τα ίδια που αναφέρουμε σχετικά με τις αγχολυτικές βενζοδιαζεπίνες, στην ενότητα «Αγχολυτικά».

Αντιισταμινικά

Γενικές πληροφορίες

Τα αντιισταμινικά φάρμακα έχουν ως κύρια ένδειξη την αντιμετώπιση αλλεργικών αντιδράσεων, καθώς η ισταμίνη είναι μία ουσία που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη τοπικών αντιδράσεων του ανοσοποιητικού συστήματος. Έχουν ως πολύ συχνή παρενέργεια την καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και την υπνηλία, παρενέργεια που μπορεί να αποβεί χρήσιμη στην αντιμετώπιση της αϋπνίας και δευτερευόντως του άγχους, χωρίς τον κίνδυνο της εξάρτησης και αντοχής των βενζοδιαζεπινών.

• Υδροξυζίνη (Atarax, Iremofar)

Ενδείξεις: Αντιμετώπιση της αϋπνίας και δευτερευόντως του άγχους.
Ενδείξεις εκτός ψυχιατρικής: Κνησμός αλλεργικής αιτιολογίας.

Συνηθέστερες παρενέργειες: Υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενοχλητικό αίσθημα κόπωσης, θολούρας και «βαριού κεφαλιού», ξηροστομία.

Νεότερα υπνωτικά

Γενικές πληροφορίες
Αναπτύχθηκαν με σκοπό να φέρνουν τα ίδια αποτελέσματα με τις υπνωτικές βενζοδιαζεπίνες, αλλά χωρίς τα μειονεκτήματά τους της εξάρτησης και της αντοχής. Η ζολπιδέμη μάλιστα στην αρχή της κυκλοφορίας της διαφημίστηκε ιδιαίτερα γι αυτά τα πλεονεκτήματα, στην πορεία όμως φάνηκε ότι είναι κι αυτή εθιστική όπως και οι βενζοδιαζεπίνες. Έτσι ενώ στην αρχή στην Ελλάδα χορηγείτο χωρίς ειδική συνταγή (σε αντίθεση με τις βενζοδιαζεπίνες), αργότερα τέθηκε και γι αυτήν ο ίδιος περιορισμός. Ειδική συνταγή χρειάζονται για τους ίδιους λόγους και τα άλλα δύο υπνωτικά που ακολούθησαν την ζολπιδέμη, δηλαδή η ζαλεπλόνη και η ζοπικλόνη. Έχουν όλα ως μοναδική ένδειξη την βραχυχρόνια (μέχρι 1 μήνα) αντιμετώπιση της αϋπνίας.

Ζολπιδέμη (Πρωτότυπο: Stilnox. Γενόσημα: όχι)

Συνηθέστερες παρενέργειες
-Υπνηλία και νύστα που παραμένουν μετά την πρωινή αφύπνιση, κούραση, ζαλάδα
– Διαταραγμένα όνειρα
– Διαταραχές μνήμης

Ζαλεπλόνη (Πρωτότυπο: Sonata. Γενόχημα: όχι)

Συνηθέστερες παρενέργειες
– Υπνηλία και νύστα που παραμένουν μετά την πρωινή αφύπνιση, κούραση, ζαλάδα
– Πονοκέφαλος
– Ναυτία

Ζοπικλόνη (Πρωτότυπο: Imovane. Γενόσημα: όχι)

Συνηθέστερες παρενέργειες
– Υπνηλία και νύστα που παραμένουν μετά την πρωινή αφύπνιση, κούραση, ζαλάδα
– Διαταραγμένα όνειρα
– Διαταραχές μνήμης
– Πικρή γεύση, ξηροστομία, κακοσμία στόματος

Φυσικά προϊόντα

Μελατονίνη (Πρωτότυπο: Circadin. Γενόσημα: όχι)

Γενικές πληροφορίες
Είναι ορμόνη που παράγεται από την υπόφυση και εμπλέκεται στην ρύθμιση των κιρκαδιανών ρυθμών, του κύκλου δηλαδή ύπνου – εγρήγορσης μέσα στο 24ωρο και χορηγείται σε δόσεις από 0,3 έως 10 mg την ημέρα.

Ενδείξεις
Αϋπνία. Είναι πιο χρήσιμη σε αϋπνία που οφείλεται σε διαταραχές του κιρκαδιανού ρυθμού όπως το jet lag (δεσυγχρόνωση) λόγω της απότομης αλλαγής της ώρας από τόπο σε τόπο όταν ταξιδεύουμε μακρινές αποστάσεις με αεροπλάνο. Επίσης ίσως είναι χρήσιμη στην αϋπνία των ηλικιωμένων που μερικές φορές έχουν ελαττωμένη νυχτερινή έκκριση μελατονίνης.

Συνηθέστερες παρενέργειες
-Κούραση, ζαλάδα
-Πονοκέφαλος
-Ευερεθιστότητα

ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΑ (Φάρμακα που ως κύρια ένδειξη έχουν την αντιμετώπιση των ψυχωτικών διαταραχών)

Γενικές πληροφορίες

Τα αντιψυχωτικά φάρμακα διακρίνονται σε κατηγορίες.
Ο ένας τρόπος διάκρισής τους είναι σε πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς ανάλογα με το πότε ανακαλύφθηκαν και κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά.

Τα αντιψυχωτικά εμφανίστηκαν στην ψυχιατρική πρακτική το 1955 με την «χλωροπρομαζίνη» (Thorazine, Largactyl) που ακολουθήθηκε τα επόμενα χρόνια από πλειάδα συναφών φαρμάκων, συνιστώντας όλα μαζί τα πρώτης γενιάς αντιψυχωτικά.

Η χλωροπρομαζίνη ανακαλύφθηκε το 1950 και η αρχική της χρήση ήταν ως αναισθητικό. Το 1952 διαπιστώθηκε ότι είχε και θεραπευτικές αντιψυχωτικές ιδιότητες εκτός από κατευναστικές, δηλαδή ελάττωνε όχι μόνο την διέγερση των ασθενών, αλλά τους ανακούφιζε και από τις ψευδαισθήσεις και τους απάλλασσε από τις παραληρητικές ιδέες τους. Το 1955 πήρε για πρώτη φορά άδεια κυκλοφορίας στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η χλωροπρομαζίνη ξεκίνησε μία από τις δύο σημαντικότερες επαναστάσεις στην ιστορία της ψυχιατρικής μέχρι σήμερα, αφού μέχρι την ανακάλυψή της, οι ψυχώσεις αντιμετωπιζόντουσαν μόνο με κατασταλτικά φάρμακα, σωματικό περιορισμό του ασθενούς, λοβοτομή και άλλες βάρβαρες πρακτικές που ως αποκλειστικό σκοπό είχαν τον κατευνασμό και όχι την θεραπεία του ψυχωτικού ασθενούς.

Αλλά και τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, η δεύτερη μεγάλη επανάσταση στην ψυχιατρική, στην ουσία ήταν μία συνέχεια της ανακάλυψης του ρόλου της χλωροπρομαζίνης στην θεραπεία των ψυχώσεων.

Βασικό και συχνά έντονο πρόβλημα των αντιψυχωτικών φαρμάκων πρώτης γενιάς ήταν ανέκαθεν οι σημαντικές παρενέργειες από το εξωπυραμιδικό νευρικό σύστημα (αυτό που χωρίς την δική μας βούληση συντονίζει μεταξύ τους τους μυς και τις εκούσιες κινήσεις του σώματος), δηλαδή κυρίως συμπτώματα παρόμοια με της νόσου του πάρκινσον και όψιμη δυσκινησία (μία διαταραχή όπου το άτομο παρουσιάζει ακούσιες κινήσεις των χειλιών, της γλώσσας και των άκρων).

Αυτό κυρίως το πρόβλημα ήρθαν να λύσουν τα αντιψυχωτικά δεύτερης γενιάς που εμφανίστηκαν την δεκαετία του ‘90 με πρώτη ευρέως χρησιμοποιούμενη σε ΗΠΑ και Ευρώπη την «ρισπεριδόνη» (Risperdal – 1996) τα οποία προκαλούν πολύ λιγότερες παρενέργειες από το εξωπυραμιδικό νευρικό σύστημα.

Τα περισσότερα αντιψυχωτικά αυτής της γενιάς έχουν εντούτοις ένα άλλο πρόβλημα -μικρότερης σημασίας και συχνότητας από το πρώτο- που είναι ότι επεμβαίνουν στον μεταβολισμό οδηγώντας σε αύξηση της στάθμης της γλυκόζης και των λιπιδίων στο αίμα του ασθενούς.

Το τρίτης γενιάς αντιψυχωτικό «αριπιπραζόλη» (Abilify) έκανε την εμφάνισή του το 2004 και στερείται σημαντικής συχνότητας παρενεργειών τόσο από το εξωπυραμιδικό νευρικό σύστημα όσο και από τον μεταβολισμό γλυκόζης και λιπιδίων.

Τα νεώτερα αντιψυχωτικά δεύτερης και τρίτης γενιάς, ονομάστηκαν και «άτυπα» αντιψυχωτικά επειδή α) δεν είχαν τις παρενέργειες όπως αναφέρθηκε παραπάνω των παλαιότερων αντιψυχωτικών και β) γιατί επηρεάζουν τους υποδοχείς των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο με διαφορετικό τρόπο τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με τα παλαιότερα αντιψυχωτικά κι αυτό τους δίνει διαφορετικές ιδιότητες αναφορικά με τα κλινικά αποτελέσματα.

Έτσι εκτός από τη διάκριση σε πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς αντιψυχωτικά, έχουμε και την διάκριση σε τυπικά (πρώτης γενιάς) και άτυπα (δεύτερης και τρίτης) γενιάς αντιψυχωτικά.

Ωστόσο οι δύο τρόποι ταξινόμησης δεν αντιστοιχούν ο ένας στον άλλον απόλυτα, γιατί μερικά από τα παλαιότερα αντιψυχωτικά βρέθηκε να έχουν ένα «άτυπο» προφίλ φαρμακολογικής δράσης (και άρα παρενεργειών και θεραπευτικών αποτελεσμάτων).

Έτσι από πολλούς συγγραφείς προτιμάται η ταξινόμηση σε τυπικά και άτυπα αντιψυχωτικά. Παρακάτω αναφέρονται και οι δύο ταξινομήσεις.

Τα άτυπα αντιψυχωτικά (τα περισσότερα δεύτερης και τρίτης γενιάς και μερικά πρώτης) δεν φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από τα τυπικά (όλα πρώτης γενιάς). Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το άτυπο, πρώτης γενιάς αντιψυχωτικό «κλοζαπίνη» (Leponex) που έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από τα υπόλοιπα αντιψυχωτικά, αλλά επειδή εμφανίζει σε ποσοστό 1% των ασθενών που την λαμβάνουν μία θανατηφόρο παρενέργεια (ακοκκιοκυτταραιμία), χρησιμοποιείται μόνο σε περιπτώσεις που τα άλλα αντιψυχωτικά αποτυγχάνουν.

Τυπικά αντιψυχωτικά (όλα πρώτης γενιάς)

Αλοπεριδόλη (Πρωτότυπο: Aloperidin. Γενόσημo: Sevium)
Πιμοζίδη (Πρωτότυπο: Pirium. Γενόσημα: όχι)
Χλωροπρομαζίνη (Πρωτότυπο: Largactyl. Γενόσημα: Solidon, Zuledine)
Λεβομεπρομαζίνη (Πρωτότυπο: Nozinan. Γενόσημα: όχι)
Περφαιναζίνη (Πρωτότυπο: Minitran*. Γενόσημα: όχι)
Τριφθοριοπεραζίνη (Πρωτότυπο: Stelazine. Γενόσημα: όχι)
Ζουκλοπενθιξόλη (Πρωτότυπο: Clopixol. Γενόσημα: όχι)

Άτυπα αντιψυχωτικά (τα περισσότερα δεύτερης και τρίτης γενιάς)

Άτυπα αντιψυχωτικά δεύτερης γενιάς

Ρισπεριδόνη (Πρωτότυπο: Risperdal. Γενόσημα: Novoris, Rispenet, Risgal, Risidral, Adovia, Deteron κ.ά.)

Παλιπεριδόνη (Πρωτότυπο: Invega. Γενόσημα: όχι)

Ολανζαπίνη (Πρωτότυπο: Zyprexa. Γενόσημα: Lazap, Zypefar, Olanzalet, Norpen, Olenxa, Zypefar κ.ά.)

Κουετιαπίνη (Πρωτότυπο: Seroquel. Γενόσημα: : Quepin, Quetiapine/Teva, Quetiapine/Generics, Etiapin)

Ζιπρασιδόνη (Πρωτότυπο: Geodon. Γενόσημα: όχι)

Σερτινδόλη (Πρωτότυπο: Serdolect. Γενόσημα: όχι)

Ασεναπίνη (Πρωτότυπο: Sycrest. Γενόσημα: όχι)

Σουλπιρίδη (Πρωτότυπο: Dogmatyl. Γενόσημα: Calmoflorine)

Αμισουλπρίδη (Πρωτότυπο: Solian. Γενόσημα: Amisulpride/Generics, Nodasic, Isofredil, Zoloser)

Τιαπρίδη (Πρωτότυπο: Tiapridal. Γενόσημα: όχι)

Άτυπο αντιψυχωτικό τρίτης γενιάς

Αριπιπραζόλη (Πρωτότυπο: Abilify. Γενόσημα: όχι)

Άτυπα αντιψυχωτικά πρώτης γενιάς

Πιπαμπερόνη (Πρωτότυπο: Dipiperon. Γενόχημα: όχι)

Κλοζαπίνη (Πρωτότυπο: Leponex. Γενόσημα: όχι)

Ενδείξεις άτυπων αντιψυχωτικών
– Σχιζοφρένεια και ψυχωτικές διαταραχές που σχετίζονται μαζί της (πρώτης εκλογής).
– Σχιζοσυναισθηματική διαταραχή (πρώτης εκλογής).
– Άλλες ψυχωτικές διαταραχές όπως οργανικά ψυχοσύνδρομα, ψυχωτικές διαταραχές οφειλόμενες σε ουσίες, επιλόχεια ψύχωση (πρώτης εκλογής).
– Αντιμετώπιση οξείας φάσης μανιακών και μεικτών επεισοδίων στην διπολική διαταραχή (πρώτης εκλογής) ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με λίθιο ή βαλπροϊκό οξύ
– Αντιμετώπιση οξείας φάσης καταθλιπτικών επεισοδίων στην διπολική διαταραχή (δεύτερης εκλογής) είτε ως μονοθεραπεία [(κουετιαπίνη (seroquel)] είτε σε συνδυασμό με αντικαταθλιπτικό [(ολανζαπίνη (zyprexa)].
– Μακροχρόνια πρόληψη μανιακών (δεύτερης έως τέταρτης εκλογής) και καταθλιπτικών επεισοδίων (τέταρτης εκλογής) στην διπολική διαταραχή είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με λίθιο ή βαλπροϊκό οξύ.
– Αντιμετώπιση καταθλιπτικών επεισοδίων στην ανθεκτική (μονοπολική) καταθλιπτική διαταραχή (τρίτης έως τέταρτης εκλογής) ως μονοθεραπεία [(κουετιαπίνη (seroquel)] ή σε συνδυασμό με αντικαταθλιπτικό [(κουετιαπίνη (seroquel), ολανζαπίνη (zyprexa)]
– Ενίσχυση της δράσης των αντικαταθλιπτικών στην αντιμετώπιση της καταθλιπτικής διαταραχής.
– Ως μονοθεραπεία για την αντιμετώπιση του άγχους (τρίτης έως τέταρτης εκλογής), κυρίως όταν συνοδεύεται από κατάθλιψη [μικρές δόσεις ρισπεριδόνης (risperdal), κουετιαπίνης (seroquel), αριπιπραζόλης (abilify)]
– Βραχυχρόνια αντιμετώπιση της διέγερσης, της αϋπνίας, της ανάρμοστης σεξουαλικής συμπεριφοράς και της επιθετικότητας στην άνοια (πρώτης ή δεύτερης εκλογής) [ρισπεριδόνη (risperdal)].
Οι παρακάτω ενδείξεις δεν έχουν πάρει επίσημη έγκριση (επειδή δεν είναι επιβεβαιωμένες επαρκώς από διπλές – τυφλές μελέτες [1] αναφορικά με την θεραπευτική τους αξία σε σχέση με τις παρενέργειες, τις επιπλοκές τους και το οικονομικό τους κόστος).
– Αϋπνία ανθεκτική σε άλλα υπνωτικά [ολανζαπίνη (zyprexa), κουετιαπίνη (seroquel)].
– Ενίσχυση της δράσης των αντικαταθλιπτικών στην ιδεοληπτική –καταναγκαστική διαταραχή [ολανζαπίνη (zyprexa), κουετιαπίνη (seroquel), παλιπεριδόνη (invega)].
– Διαταραχές με τικ [ολανζαπίνη (zyprexa), κουετιαπίνη (seroquel), ρισπεριδόνη (risperdal), ζιπρασιδόνη (geodon) και λιγότερο η αριπιπραζόλη (abilify)].

Ενδείξεις τυπικών αντιψυχωτικών
– Σχιζοφρένεια και άλλες ψυχωτικές διαταραχές (πρώτης ή δεύτερης εκλογής, ανάλογα με τον ιατρό ή το ιατρικό κέντρο στις οξείες φάσεις, συνήθως δεύτερης εκλογής στη χρόνια φάση της θεραπείας συντήρησης)
– Διπολική διαταραχή (τρίτης εκλογής φάρμακα για την αντιμετώπιση των οξειών φάσεων μανίας και τέταρτης εκλογής για την μακροχρόνια πρόληψη μανιακών και καταθλιπτικών φάσεων).
– Άγχος, αϋπνία (τέταρτης εκλογής, σε μικρές δόσεις)
– Διέγερση, επιθετικότητα, παραληρητικές ιδέες στην άνοια [πρώτης ή δεύτερης εκλογής, αλοπεριδόλη (haloperidin), ζουκλοπενθιξόλη (clopixol)].
Μη ψυχιατρικές
– Διαταραχές με τικ [δεύτερης εκλογής, αλοπεριδόλη (haloperidin)]
-Ναυτία και έμετοι, αντιμετώπιση και πρόληψη [χλωροπρομαζίνη (largactyl), αλοπεριδόλη (haloperidin), τριφθοριοπεραζίνη (stelazine)].
– Επίμονος λόξυγκας [χλωροπρομαζίνη (largactyl), αλοπεριδόλη (haloperidin)].

Συνηθέστερες παρενέργειες αντιψυχωτικών

– Ψυχική διέγερση, ανησυχία, αϋπνία (πιο συχνά με τα άτυπα αντιψυχωτικά ζιπρασιδόνη, ρισπεριδόνη, παλιπεριδόνη, σουλπιρίδη, αμισουλπιρίδη)
– Υπνηλία και κόπωση (πιο συχνά με τα άτυπα αντιψυχωτικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη και τα τυπικά αντιψυχωτικά χλωροπρομαζίνη, λεβομεπρομαζίνη, ζουκλοπενθιξόλη, περφαιναζίνη)
-Εξωπυραμιδικά συμπτώματα όπως δυστονίες, ακαθισία, ψευδοπαρκινονισμός, όψιμη δυσκινησία (σε γενικές γραμμές πιο συχνά με τα τυπικά απ’ ό,τι με τα άτυπα αντιψυχωτικά. Από τα τυπικά αντιψυχωτικά, πιο συχνά με αλοπεριδόλη, πιμοζίδη, τριφθοριοπεραζίνη και λιγότερο συχνά με χλωροπρομαζίνη, λεβομεπρομαζίνη, ζουκλοπενθιξόλη, περφαιναζίνη. Μεταξύ των άτυπων αντιψυχωτικών, πιο συχνά με ρισπεριδόνη και λιγότερο συχνά με αριπιπραζόλη, κουετιαπίνη, ολανζαπίνη).
– Ξηροστομία, δυσκοιλιότητα (πιο συχνά με τα τυπικά αντιψυχωτικά χλωροπρομαζίνη και το άτυπο αντιψυχωτικό κουετιαπίνη. Το άτυπο αντιψυχωτικό κλοζαπίνη προκαλεί συχνά σιελόρροια αντί για ξηροστομία).
– Ορθοστατική υπόταση (πιο συχνά με τα τυπικά αντιψυχωτικά χλωροπρομαζίνη και λεβομεπρομαζίνη και με τα άτυπα αντιψυχωτικά κουετιαπίνη και κλοζαπίνη).
– Ενδοκρινικές και μεταβολικές παρενέργειες όπως:
Αύξηση επιπέδων χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων στο αίμα, αύξηση επιπέδων γλυκόζης στο αίμα που μπορεί να φτάσει μέχρι και την εκδήλωση σακχαρώδους διαβήτη.(Πιο συχνά με τα άτυπα αντιψυχωτικά σχετικά με τα τυπικά. Από τα τυπικά πιο συχνά με χλωροπρομαζίνη. Από τα άτυπα πιο συχνά με ολανζαπίνη και κλοζαπίνη, ακολουθεί η κουετιαπίνη και λιγότερο συχνά κατά φθίνουσα σειρά συχνότητας με ρισπεριδόνη, παλιπεριδόνη, ζιπρασιδόνη και αριπιπραζόλη).
Αύξηση βάρους. Πολύ συχνή παρενέργεια των αντιψυχωτικών, ως και το 50% των ασθενών που τα λαμβάνουν, αναφέρουν αύξηση του σωματικού τους βάρους κατά 20% κατά μέσο όρο. (Από τα τυπικά αντιψυχωτικά πιο συχνά με χλωροπρομαζίνη. Από τα άτυπα πιο συχνά με ολανζαπίνη και κλοζαπίνη, ακολουθεί η κουετιαπίνη και λιγότερο συχνά κατά φθίνουσα σειρά συχνότητας με ρισπεριδόνη, παλιπεριδόνη, ζιπρασιδόνη και αριπιπραζόλη).
Αύξηση των επιπέδων της προλακτίνης στο αίμα, της ορμόνης που έχει ως φυσιολογικό ρόλο να διεγείρει την έκκριση γάλακτος από τους μαζικούς αδένες (αδένες των μαστών) στις γυναίκες που έχουν γεννήσει. Η υπερπρολακτιναιμία μπορεί να διαταράξει επίσης την έκκριση τεστοστερόνης (αύξηση) και των οιστρογόνων (ελάττωση). Αυτές οι ορμονικές μεταβολές εκδηλώνονται πιο συχνά στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άντρες και μπορεί να τους προκαλέσει διόγκωση των μαστών, γαλακτόρροια, διαταραχές στην έμμηνο ρύση (κυρίως διακοπή της περιόδου), υπερτρίχωση, αλλαγές στη λίμπιντο και μακροπρόθεσμα οστεοπόρωση. Στους άντρες η υπερπρολακτιναιμία εκδηλώνεται ως γυναικομαστία, ελαττωμένη λίμπιντο και δυσλειτουργία στη στύση ή στην εκσπερμάτωση.
(Από τα τυπικά αντιψυχωτικά πιο συχνά με χλωροπρομαζίνη, πιμοζίδη, τριφθοριοπεραζίνη. Από τα άτυπα αντιψυχωτικά πιο συχνά με ρισπεριδόνη, σουλπιρίδη, αμισουλπιρίδη, λιγότερο συχνά με παλιπεριδόνη, αριπιπραζόλη).
– Σεξουαλικές παρενέργειες όπως ανοργασμία, καθυστέρηση ή αδυναμία εκσπερμάτισης, ατελής στύση ή ανικανότητα, ελάττωση όρεξης για σεξ. (Από τα τυπικά αντιψυχωτικά πιο συχνά με χλωροπρομαζίνη, ζουκλοπενθιξόλη, τριφθοριοπεραζίνη, αλοπεριδόλη, πιμοζίδη. Από τα άτυπα αντιψυχωτικά πιο συχνά με ρισπεριδόνη, ολανζαπίνη, κουετιαπίνη, λιγότερο συχνά με ζιπρασιδόνη, αριπιπραζόλη).
– Δυσλειτουργία στους μηχανισμούς ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος, ιδίως όταν αυτό εκτίθεται σε ακραίες χαμηλές ή υψηλές θερμοκρασίες, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος αντίστοιχα υποθερμίας ή υπερθερμίας.

ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ (Φάρμακα που ως κύρια ένδειξη έχουν την πρόληψη των μεταπτώσεων σε κατάθλιψη ή μανία στη διπολική διαταραχή)

Άλατα λιθίου (Πρωτότυπα: Milithin, Lithiofort. Γενόσημα: όχι)

Ενδείξεις λιθίου

Είναι φάρμακο πρώτης εκλογής για την αντιμετώπιση της οξείας μανίας και ως μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης για την πρόληψη νέων μανιακών επεισοδίων και δεύτερης εκλογής ως μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης για την πρόληψη της κατάθλιψης στην διπολική διαταραχή.

Ενισχύει την δράση των αντικαταθλιπτικών για την αντιμετώπιση της καταθλιπτικής διαταραχής και της ψυχαναγκαστικής – καταναγκαστικής διαταραχής.

Συνηθέστερες παρενέργειες λιθίου

– Κόπωση, αδυναμία, υπνηλία
– Ζάλη και ίλιγγος
– Θόλωση διανοίας, επιβράδυνση σκέψης, προβλήματα στη μνήμη, ελάττωση παραγωγικότητας και δημιουργικότητας
– Υποθυρεοειδισμός (στο 34% των ασθενών μετά από λήψη πάνω από ένα χρόνο)
– Υπερπαραθυρεοειδισμός
– Αύξηση βάρους (μέχρι και 60% των ασθενών)
– Ναυτία (50% των ασθενών), πόνοι στην κοιλιά, εμετοί, διάρροια
– Μεταλλική γεύση
– Ξηροστομία (στεγνό στόμα λόγω χαμηλής έκκρισης σάλιου)
– Πολυουρία (υπερβολική παραγωγή ούρων από τα νεφρά) και πολυδιψία (υπερβολική δίψα)
– Ξηρό δέρμα
– Διαταραχές σε λειτουργίες που σχετίζονται με το σεξ όπως ελαττωμένη όρεξη για σεξ και προβλήματα στην στύση
– Οιδήματα (πρηξίματα) στα άκρα, κυρίως στα πόδια

Αντιεπιληπτικά φάρμακα

Καρβαμαζεπίνη (Πρωτότυπο: Tegretol. Γενόσημα: όχι)

Ενδείξεις καρβαμαζεπίνης

Φάρμακο δεύτερης εκλογής για την αντιμετώπιση της οξείας μανίας, τρίτης εκλογής ως μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης για την πρόληψη νέων μανιακών επεισοδίων και τέταρτης εκλογής ως μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης για την πρόληψη της κατάθλιψης στην διπολική διαταραχή.

Διαταραχή πανικού (μη επιβεβαιωμένες με επαρκείς μελέτες)

Μη ψυχιατρικές ενδείξεις καρβαμαζεπίνης

Κρίσεις επιληψίας, παροξυσμικός πόνος όπως η νευραλγία τριδύμου

Συνηθέστερες παρενέργειες καρβαμαζεπίνης

– Ναυτία, έμετοι, διάρροια, κοιλιακοί πόνοι

– Ληθαργικότητα, υπνηλία, επιβράδυνση σκέψης, ζάλη

– Αταξία (διαταραχή στον συγχρονισμό των διαφόρων ομάδων μυών που απαιτείται για την ομαλή εκτέλεση κινήσεων με τα χέρια και τα πόδια)

– Αύξηση βάρους

– Διαταραχές στην έμμηνο ρύση

Βαλπροϊκό οξύ (Πρωτότυπο: Depakine. Γενόσημα: όχι)

Ενδείξεις Βαλπροϊκού οξέος

Συμπληρωματικό φάρμακο για την αντιμετώπιση της οξείας μανίας, φάρμακο πρώτης εκλογής ως μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης για την πρόληψη νέων μανιακών επεισοδίων και τέταρτης εκλογής ως μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης για την πρόληψη της κατάθλιψης στην διπολική διαταραχή.

Διαταραχή πανικού, γενικευμένη αγχώδης διαταραχή (μη επιβεβαιωμένες με διπλά τυφλές μελέτες)

Μη ψυχιατρικές ενδείξεις βαλπροϊκού οξέος

Κρίσεις επιληψίας, ημικρανία

Συνηθέστερες παρενέργειες βαλπροϊκού οξέος

– Ναυτία, έμετοι, διάρροια, κοιλιακοί πόνοι

– Ληθαργικότητα, υπνηλία, επιβράδυνση σκέψης, ζάλη

– Αταξία (διαταραχή στον συγχρονισμό των διαφόρων ομάδων μυών που απαιτείται για την ομαλή εκτέλεση κινήσεων με τα χέρια και τα πόδια)

– Αύξηση βάρους

– Διαταραχές στην έμμηνο ρύση

Λαμοτριγίνη (Πρωτότυπο: Lamictal. Γενόσημα: Lamot, Dezepil, Lamotrix, Lamotrigine/Generics)

Ενδείξεις λαμοτριγίνης

Φάρμακο πρώτης εκλογής για την αντιμετώπιση και την πρόληψη της κατάθλιψης στην διπολική διαταραχή είτε ως μονοθεραπεία σε ασθενείς χωρίς πρόσφατο ή σοβαρό επεισόδιο μανίας είτε σε συνδυασμό με άλλο φάρμακο (λίθιο, αντιψυχωτικό ή αντιεπιληπτικό) στις περιπτώσεις όπου υπάρχει πρόσφατο ή σοβαρό επεισόδιο μανίας στο ιστορικό του ασθενούς.

Μη ψυχιατρικές ενδείξεις λαμοτριγίνης

Κρίσεις επιληψίας ανθεκτικές σε άλλα φάρμακα, πρόληψη κρίσεων ημικρανίας.

Συνηθέστερες παρενέργειες λαμοτριγίνης

– Ναυτία, έμετοι, διάρροια, κοιλιακοί πόνοι

– Ληθαργικότητα, υπνηλία, επιβράδυνση σκέψης, ζάλη

– Αταξία (διαταραχή στον συγχρονισμό των διαφόρων ομάδων μυών που απαιτείται για την ομαλή εκτέλεση κινήσεων με τα χέρια και τα πόδια)

– Αύξηση βάρους

– Διαταραχές στην έμμηνο ρύση

ΠΑΝΩ